Business Know-how

Τι αλλάζει στην ελληνική αγορά εργασίας από το 2026

Το ζητούμενο είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη, την παραγωγικότητα και τη δίκαιη αμοιβή.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Τι αλλάζει στην ελληνική αγορά εργασίας από το 2026

Σημαντικές αναμένεται να είναι οι αλλαγές στην ελληνική αγορά εργασίας και δεν αναφερόμαστε σε επίπεδο νέων τεχνολογιών, τάσεων και διαφοροποιήσεων ανά κλάδο και επάγγελμα. Εκτιμάται πως θα είναι μια κομβική περίοδος μετάβασης - σε θεσμικό επίπεδο - σε ένα πιο ώριμο τοπίο στα εργασιακά. Το αν θα επέλθει μια καλύτερη ισορροπία γύρω από καλύτερες αμοιβές, μεγαλύτερη ευελιξία και ισχυρότερους κανόνες μένει να φανεί. Από τη μία πλευρά, οι μισθολογικές αυξήσεις και η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων δημιουργούν προσδοκίες. Από την άλλη, οι αλλαγές στα ωράρια, η ψηφιοποίηση και οι νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας γεννούν προβληματισμούς, ειδικά για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και εργαζόμενους σε κλάδους έντασης εργασίας. Το ζητούμενο τελικά θα είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη, την παραγωγικότητα και τη δίκαιη αμοιβή.

Ειδικότερα: 

Το 2026 αναδεικνύεται σε μια σημαντική χρονιά για την ελληνική αγορά εργασίας, καθώς συνδυάζει αυξήσεις μισθών, θεσμικές παρεμβάσεις και βαθιές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας. 

Η προγραμματισμένη αύξηση του κατώτατου μισθού, η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η διεύρυνση της ευελιξίας στα ωράρια και η ψηφιοποίηση κρίσιμων διαδικασιών δημιουργούν τις συνθήκες για μετάβαση από ένα μοντέλο χαμηλού κόστους εργασίας σε ένα περιβάλλον υψηλότερων αμοιβών – με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα συνοδευτούν από βελτίωση της παραγωγικότητας.

Νέα όρια στην οργάνωση της εργασίας και ευελιξία ωραρίων

Μία από τις αλλαγές που ήδη προκαλεί έντονες συζητήσεις αφορά τη δυνατότητα απασχόλησης έως και 13 ωρών ημερησίως, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Το υπουργείο Εργασίας ξεκαθαρίζει πως το 8ωρο παραμένει θεμελιώδης βάση, όπως και οι 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Η επέκταση του ωραρίου θα εφαρμόζεται μόνο κατ’ εξαίρεση, με τη συναίνεση του εργαζομένου, διασφαλίζοντας παράλληλα 11 ώρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, ενώ δεν θα επιτρέπεται απόλυση σε περίπτωση άρνησης.

Σύμφωνα με τα σχέδια της κυβέρνησης, το μέτρο στοχεύει στην παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας και πρόσθετου εισοδήματος, κυρίως σε κλάδους όπως ο τουρισμός και η εστίαση που απασχολούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι - στον αντίποδα - αυτοί που προειδοποιούν ότι ενδέχεται να ενισχυθούν τα επισφαλή ωράρια και να συμπιεστεί ακόμη περισσότερο η ποιότητα ζωής των εργαζομένων, αν δεν υπάρχουν αυστηροί έλεγχοι.

Παράλληλα, από το 2026 εισάγονται πιο «γρήγορες» διαδικασίες για προσλήψεις και αποχωρήσεις, με χρήση ψηφιακών εργαλείων αντί για περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προβλέπονται επίσης ευέλικτες προσλήψεις για σύντομες ανάγκες, π.χ. σε περιόδους αιχμής, κάτι που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο για πολλούς κλάδους.

Αύξηση κατώτατου μισθού και ρόλος των συλλογικών συμβάσεων

Από τον Απρίλιο του 2026 ο κατώτατος μισθός αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στα 920–925 ευρώ μεικτά, με προοπτική περαιτέρω ανόδου στα 960 ευρώ το 2027. Δεδομένου ότι περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα αμείβεται κοντά στον κατώτατο μισθό, η εξέλιξη αυτή θα έχει άμεση επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα και, συνεπώς, στην κατανάλωση.

Ωστόσο, η αύξηση των μισθών δεν σημαίνει αυτόματα αύξηση παραγωγικότητας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 30% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης σε όρους παραγωγικότητας εργασίας, δημιουργώντας ένα μόνιμο «κενό» μεταξύ μισθολογικών προσδοκιών και πραγματικών αντοχών της οικονομίας.

Ταυτόχρονα, ιδιαίτερης σημασίας θεωρείται η προσπάθεια αύξησης της κάλυψης των συλλογικών συμβάσεων από το σημερινό περίπου 30% στο 80% μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Η εξέλιξη αυτή συνιστά ίσως τη σημαντικότερη θεσμική αλλαγή, καθώς μεταφέρει το κέντρο βάρους των αυξήσεων στους κλαδικούς μισθούς, ευθυγραμμίζοντας τη χώρα με ευρωπαϊκές πρακτικές.

Στο πλαίσιο αυτό, ο στόχος για μέσο μισθό 1.500 ευρώ έως το 2027 απαιτεί συνεχείς αυξήσεις πάνω από 5% ετησίως – ρυθμός που υπερβαίνει την αναμενόμενη άνοδο της παραγωγικότητας. Αυτό δημιουργεί εύλογη ανησυχία για την αντοχή κυρίως μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ειδικά σε κλάδους έντασης εργασίας.

 

 

Ψηφιοποίηση, διαφάνεια και η μεγάλη «πρόκληση» της αγοράς

Το 2026 αναμένεται επίσης να είναι χρονιά ψηφιακής μετάβασης. Το «Εργάνη ΙΙ» και η πλήρης εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα φιλοδοξούν να περιορίσουν τη μαύρη και υποδηλωμένη εργασία και να ενισχύσουν τη διαφάνεια στα ωράρια και τις υπερωρίες. Το νέο σύστημα θα απλοποιεί προσλήψεις και αποχωρήσεις, θα περιορίζει τα έντυπα και θα δίνει στους εργαζομένους πρόσβαση στα δικά τους στοιχεία.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις αναγνωρίζουν τα οφέλη της μείωσης γραφειοκρατίας, εκφράζουν όμως ανησυχία για εντατικοποίηση ελέγχων και πιθανά πρόστιμα. Παράλληλα, παρότι το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται ότι μπορεί να υποχωρήσει κοντά στο 8%, επιμένουν σημαντικές ανισορροπίες: υψηλή ανεργία νέων και γυναικών, γεωγραφικές αποκλίσεις, έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και ταυτόχρονη ύπαρξη κενών θέσεων και ανενεργού εργατικού δυναμικού.

Το αν το 2026 αποδειχθεί μια χρονιά - ευκαιρία για ένα πιο δίκαιο και παραγωγικό μοντέλο εργασίας ή θα φέρει νέες πιέσεις και ανισότητες, θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή, τον έλεγχο και - κυρίως - τη δυνατότητα επιχειρήσεων και εργαζομένων να κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση…