Business Know-how

Αγορά Μπύρας: Ανθεκτικότητα με μικρή κάμψη στην Ελλάδα - τάσεις και προκλήσεις στην Ευρώπη

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Αγορά Μπύρας: Ανθεκτικότητα με μικρή κάμψη στην Ελλάδα - τάσεις και προκλήσεις στην Ευρώπη

Η αγορά μπύρας στην Ευρώπη περνά μια από τις πιο απαιτητικές περιόδους των τελευταίων δεκαετιών. Μετά την ανθεκτικότητα που επέδειξε κατά την πανδημία, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν συνδυασμό πληθωριστικών πιέσεων, αυξημένου κόστους, γεωπολιτικής αβεβαιότητας και - κυρίως - μιας εντεινόμενης πτώσης σε επίπεδο καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αποτελεί τρόπον τινά μίνι - εξάιρεση. Δεν μένει ανεπηρέαστη, αλλά εμφανίζει μεγαλύτερες αντοχές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χάρη στον τουρισμό, τη δυναμική της εστίασης και την ανάπτυξη της εγχώριας ζυθοποιίας.

Ελλάδα: Από τα ρεκόρ στην επιβράδυνση – αλλά με ισχυρή βάση

Φρένο στην ανοδική πορεία της πενταετίας 2020–2024 μπήκε το 2025 στην ελληνική αγορά μπύρας, με τη φετινή χρονιά να καταγράφει μονοψήφια πτώση στην κατανάλωση, σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου. 

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο για την Ελλάδα, με ρεκόρ τουριστικών αφίξεων και κατανάλωσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Brewers of Europe, η κατανάλωση μπύρας στη χώρα μας διαμορφώθηκε το 2024 στα 4,21 εκατ. εκατόλιτρα, σημαντικά υψηλότερα από τα περίπου 3 εκατ. του 2020, όταν η αγορά είχε δεχθεί ισχυρό πλήγμα λόγω Covid.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, η οποία ξεπέρασε τα 40 λίτρα, φθάνοντας τα 41 λίτρα από 38 το 2023. Αν και η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη – πάνω μόνο από χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία – η τάση είναι ανοδική και δείχνει μια σταδιακή αλλαγή στη σχέση των καταναλωτών με την μπύρα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δομή της αγοράς. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με το υψηλότερο ποσοστό κατανάλωσης στο on-trade κανάλι, με μόνο την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία να εμφανίζουν υψηλότερα μερίδια. Πρόκειται για στοιχείο που συνδέει άμεσα την αγορά μπύρας με τον τουρισμό, την εστίαση και την κοινωνική εμπειρία.

Ευρώπη: Διαρθρωτική πίεση και απώλεια δυναμικής

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η παραγωγή μπύρας μειώθηκε από περίπου 367 εκατ. εκατόλιτρα το 2019 σε 345 εκατ. το 2024, ενώ η κατανάλωση παραμένει σημαντικά χαμηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα. Τα πρώτα στοιχεία για το 2025 δείχνουν περαιτέρω υποχώρηση, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά δεν έχει ακόμη βρει σημείο ισορροπίας.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στο on-trade κανάλι. Εκεί όπου πριν από την πανδημία κατευθυνόταν περίπου το ένα τρίτο της συνολικής κατανάλωσης μπύρας, σήμερα το ποσοστό κινείται γύρω στο 1/4. Η συρρίκνωση αυτή έχει ευρύτερες επιπτώσεις, καθώς η εστίαση παράγει το μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας και στηρίζει εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε όλη την αλυσίδα αξίας.

Παράλληλα, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά έχει «παγώσει» η αύξηση του αριθμού των ζυθοποιείων στην Ευρώπη. Περίπου 9.700 παραμένουν ενεργές, με τα νέα ανοίγματα να αντισταθμίζονται πλέον από περισσότερα λουκέτα – μια εξέλιξη που δείχνει ότι η περίοδος έντονου δυναμισμού των προηγούμενων ετών έχει παρέλθει.

Τάσεις και προκλήσεις: Κόστος, κατανάλωση και νέα πρότυπα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι προκλήσεις για τον κλάδο είναι σημαντικές. Το κόστος πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών παραμένει αυξημένο, ενώ η κλιματική αλλαγή επηρεάζει άμεσα τη γεωργική παραγωγή κριθαριού και λυκίσκου. Ταυτόχρονα, η εύθραυστη καταναλωτική εμπιστοσύνη περιορίζει τις δαπάνες για προϊόντα που συνδέονται με τη διάσκεδαη και την ψυχαγωγία.

Η βασική εξαίρεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η κατηγορία της μπύρας χωρίς αλκοόλ. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχει καταγράψει αύξηση περίπου 25% και πλέον αντιπροσωπεύει το 7,5% των συνολικών πωλήσεων, κερδίζοντας έδαφος τόσο στο off-trade όσο και στο on-trade. Η τάση αυτή αντανακλά την αλλαγή στα καταναλωτικά πρότυπα.

Για την Ελλάδα, το στοίχημα της επόμενης περιόδου είναι διπλό: αφενός η διατήρηση της δυναμικής που δημιούργησαν ο τουρισμός και η εστίαση, αφετέρου η προσαρμογή στις ευρωπαϊκές τάσεις, μέσα από καινοτομία, διαφοροποίηση προϊόντων και στήριξη της εγχώριας ζυθοποιίας...