Business Know-how

Data Centers: Ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα και... ο χρησμός Moody's για επενδύσεις - μαμούθ

Θα καταφέρει η Ελλάδα να μετατρέψει το επενδυτικό κύμα σε βιώσιμο οικοσύστημα ψηφιακών υποδομών, με ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη, την ενέργεια, το περιβάλλον και την κοινωνική αποδοχή;

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Data Centers: Ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα και... ο χρησμός Moody's για επενδύσεις - μαμούθ

Με τη ζήτηση για ψηφιακές υποδομές να αυξάνεται ραγδαία διεθνώς και την τεχνητή νοημοσύνη να επαναπροσδιορίζει τις ανάγκες αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων, η Ελλάδα επιχειρεί να τοποθετηθεί δυναμικά στον ευρωπαϊκό χάρτη των data centers.

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα μετατρέπεται σταδιακά από «ουραγό» σε ανερχόμενος «παίκτης», αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση, τις νέες τηλεπικοινωνιακές διασυνδέσεις και τη πράσινη ενέργεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα γύρω από τις τελευταίες εξελίξεις αποτελεί η πρόσφατη θετική γνωμοδότηση της Περιφέρειας Αττικής για το Data Center Olive σε Σπάτα - Αρτέμιδα. 

Πρόκειται για επένδυση ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ, σε έκταση άνω των 62 στρεμμάτων, η οποία δεν αντιμετωπίζεται ως μια μεμονωμένη υποδομή, αλλά ως κρίκος ενός ευρύτερου πλέγματος εγκαταστάσεων που φιλοδοξεί να συγκροτήσει ένα ενιαίο ελληνικό οικοσύστημα data centers. 

Σύμφωνα με τις αρμόδιες μελέτες, μόνο στην Αττική το συνολικό επενδυτικό ενδιαφέρον προσεγγίζει πλέον το 1 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας τη μεταστροφή της χώρας σε πόλο έλξης για διεθνείς τεχνολογικούς παίκτες.

Με φόντο την Ανατολική Αττική...

Η Ανατολική Αττική έχει εξελιχθεί στο βασικό γεωγραφικό πυλώνα των νέων επενδύσεων. Εκεί αναπτύσσεται το Hermes - B της DATA4 στην Παιανία, ένα έργο αρχικού προϋπολογισμού 300 εκατ. ευρώ που, σε πλήρη ανάπτυξη, μπορεί να φτάσει τα 500 εκατ. ευρώ. Το project προβλέπει τη δημιουργία τριών data centers συνολικής ισχύος 90 MW, με ορίζοντα ολοκλήρωσης έως τις αρχές του 2027, και σηματοδοτεί τη στροφή της αγοράς από τα παραδοσιακά colocation σε hyperscale-ready υποδομές.

Εκεί κοντά προχωρά και η επένδυση της Microsoft, η οποία υλοποιεί τρία data centers στο Επιχειρηματικό Πάρκο «Πέτρα Γυαλού – Βούλια – Προκαλήσι», στο πλαίσιο εγκεκριμένου ΕΣΧΑΣΕ. Το σύμπλεγμα, συνολικής ισχύος 25 MW και έκτασης περίπου 85 στρεμμάτων, αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2028 και αποτέλεσε, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, τον καταλύτη για το «ντόμινο» επενδύσεων που ακολούθησε.

Παράλληλα, δραστηριοποιούνται ισχυροί διεθνείς παίκτες όπως η Digital Realty, με ήδη τρία data centers στην Αττική και παρουσία στην Κρήτη, αλλά και το σχήμα DAMAC - ΔΕΗ μέσω του project Data In Scale. Η πρώτη φάση της συγκεκριμένης επένδυσης προβλέπει ισχύ 12,5 MW, με προοπτική διπλασιασμού, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει ένα πεδίο πιο στρατηγικών τοποθετήσεων.

Η αγορά εκτοξεύεται, οι προκλήσεις μεγαλώνουν

Τα μεγέθη σήμερα αποτυπώνουν το ισχυρό momentum. Η ελληνική αγορά data centers δεκαπλασιάστηκε μέσα σε μόλις τρία χρόνια, από τα 5 MW το 2023 στα περίπου 50 MW σήμερα, με εκτιμήσεις ότι θα φτάσει τα 120 MW έως το 2030. Σε όρους αξίας, η αγορά αναμένεται να προσεγγίσει τα 1,2 δισ. ευρώ, δημιουργώντας άμεσα και έμμεσα πάνω από 1.000 νέες θέσεις εργασίας, ενώ υπολογίζεται ότι θα προσθέσει επιπλέον 2 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία.

Ωστόσο, η ταχεία ανάπτυξη συνοδεύεται από σύνθετες προκλήσεις. Η μεγαλύτερη αφορά την ενέργεια. Τα data centers είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα και η μαζική συγκέντρωσή τους στην Αττική δοκιμάζει τα όρια του ηλεκτρικού δικτύου. Στελέχη της αγοράς προειδοποιούν ότι η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης πολλαπλασιάζει τις ενεργειακές ανάγκες, καθιστώντας αναγκαία την αποκέντρωση των επενδύσεων και την υιοθέτηση νέων μοντέλων τροφοδοσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ξεχωρίζει η στρατηγική «πίσω από τον μετρητή», που προωθεί η ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία. Ο σχεδιασμός για Mega Data Center ισχύος 300 MW, με δυνατότητα επέκτασης στο 1 GW, βασίζεται στην τοπική παραγωγή καθαρής ενέργειας, χωρίς επιβάρυνση του εθνικού συστήματος. Το μοντέλο αυτό μειώνει την ανάγκη για νέες γραμμές και υποσταθμούς, ενώ αξιοποιεί πλεονάζουσα πράσινη ενέργεια που σήμερα περικόπτεται.

Μια άλλη πρόκληση επίσης είναι πως οι ανάγκες ψύξης καθιστούν τις εγκαταστάσεις ιδιαίτερα υδροβόρες, γεγονός που οδηγεί σε λύσεις όπως η παραγωγή ανακυκλωμένου νερού από την Ψυτάλλεια, στο πλαίσιο του έργου «Ψυτάλλεια 3.0». Σε θερμά κλίματα όπως της Ελλάδας, η διαχείριση του νερού εξελίσσεται σε κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας.

Ανάπτυξη με όρους κοινωνικής αποδοχής

Από την άλλη πλευρά πρέπει να αναφερθεί επίσης πως οι τελευταίες επενδύσεις προκαλούν αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο. Κάτοικοι και φορείς της Ανατολικής Αττικής έχουν προσφύγει στο ΣτΕ, ζητώντας συνδυαστικές μελέτες για τις σωρευτικές επιπτώσεις των data centers και σαφή αποτίμηση της φέρουσας ικανότητας της περιοχής. 

Θόρυβος, μικροκλίμα, κατανάλωση πόρων και αποσπασματικές αδειοδοτήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο ολοκληρωμένο σχεδιασμό και ουσιαστική διαβούλευση.

Σήμερα η αγορά μεγεθύνεται με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ωστόσο το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα παραμένει το εξής: Θα καταφέρει να μετατρέψει το επενδυτικό κύμα σε βιώσιμο οικοσύστημα ψηφιακών υποδομών, με ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη, την ενέργεια, το περιβάλλον και την κοινωνική αποδοχή; Εκεί ακριβώς θα κριθεί αν η χώρα θα περάσει από τον ρόλο του ανερχόμενου παίκτη σε εκείνον του πραγματικού περιφερειακού κόμβου δεδομένων.

Κεφάλαια 3 τρισ. δολάρια ως το 2030 για τα data centers

Τουλάχιστον 3 τρισ. δολάρια θα χρειαστεί να κατευθυνθούν σε επενδύσεις για data centers την επόμενη πενταετία, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Moody’s.

Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης σε πρόσφατη έκθεσή του, τα κεφάλαια αυτά θα διοχετευθούν σε servers, υπολογιστικό εξοπλισμό, εγκαταστάσεις κέντρων δεδομένων, αλλά και στην παραγωγή ενέργειας, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες που δημιουργούν η τεχνητή νοημοσύνη και το cloud computing.

Σημαντικό μέρος των επενδύσεων αναμένεται να προέλθει απευθείας από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με εκρηκτική ζήτηση τόσο για data centers όσο και για την ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία τους. Σύμφωνα με τη Moody’s, έξι αμερικανικές εταιρείες hyperscalers – Microsoft, Amazon, Alphabet, Oracle, Meta Platforms και CoreWeave – πλησιάζουν φέτος τα 500 δισ. δολάρια σε επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, καθώς η επέκταση της χωρητικότητας συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό.

Παράλληλα, οι τράπεζες αναμένεται να εξακολουθήσουν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στη χρηματοδότηση των έργων, ενώ και άλλοι θεσμικοί επενδυτές θα ενισχύσουν τις χορηγήσεις δανείων, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς το τραπεζικό σύστημα. Όπως σημειώνεται στην έκθεση, το τεράστιο ύψος των απαιτούμενων κεφαλαίων καθιστά αναγκαία τη συμμετοχή πολλών και διαφορετικών πηγών χρηματοδότησης.

Η Moody’s εκτιμά επίσης ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες ολοένα και περισσότερα data centers θα χρηματοδοτούνται μέσω ομολογιακών εκδόσεων με εξασφάλιση περιουσιακά στοιχεία (ABS), αλλά και μέσω της ιδιωτικής αγοράς πιστώσεων, ιδιαίτερα όταν θα έρθει η στιγμή της αναχρηματοδότησης του χρέους τους. Σύμφωνα με τον οίκο, οι νέες εκδόσεις αναμένεται να είναι μεγαλύτερες σε μέγεθος και πιο συγκεντρωμένες, μετά τα ιστορικά υψηλά επίπεδα που καταγράφηκαν το 2025.

Ενδεικτικά, στην αμερικανική αγορά Asset-Backed Securities, το 2025 εκδόθηκαν περίπου 15 δισ. δολάρια, με τη Moody’s να προβλέπει ότι ο όγκος αυτός θα αυξηθεί σημαντικά το επόμενο διάστημα, εν μέρει λόγω των δανείων που σχετίζονται με την κατασκευή νέων data centers.

Τα ιδιαίτερα υψηλά ποσά που απαιτούνται για την υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης έχουν, πάντως, πυροδοτήσει συζητήσεις και ανησυχίες γύρω από το ενδεχόμενο δημιουργίας επενδυτικής «φούσκας», η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές απώλειες για τους επενδυτές, εφόσον ορισμένες τεχνολογίες δεν ανταποκριθούν στις ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες.

Παρά τις ανησυχίες αυτές, η ζήτηση για την κατασκευή νέων data centers δεν παρουσιάζει ενδείξεις επιβράδυνσης. Η Moody’s εκτιμά ότι η παγκόσμια «κούρσα» για νέες εγκαταστάσεις βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, με την ανάπτυξη να αναμένεται να συνεχιστεί διεθνώς τους επόμενους 12 έως 18 μήνες.

«Η χωρητικότητα αυτή θα χρειαστεί κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα περίπου δέκα χρόνια», δήλωσε ο John Medina, ανώτερος αντιπρόεδρος της Moody’s, επισημαίνοντας ότι ο ακριβής ρυθμός υιοθέτησης είναι δύσκολο να προβλεφθεί, καθώς νέες τεχνολογίες συνεχίζουν να εμφανίζονται. «Ένα ChatGPT, που δεν υπήρχε πριν από τρία χρόνια, σήμερα καταναλώνει τεράστιους υπολογιστικούς πόρους», ανέφερε χαρακτηριστικά.