epixeiro
Business Know-how

Έλληνας εργαζόμενος: Να μείνω ή να φύγω;

Οι εργαζόμενοι δεν φεύγουν, αλλά δεν μένουν κιόλας: Τι αποκαλύπτει η νέα έρευνα για μισθούς, ακρίβεια και εργασία στην Ελλάδα

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Έλληνας εργαζόμενος: Να μείνω ή να φύγω;

Η αγοραστική δύναμη υποχωρεί, οι μισθολογικές προσδοκίες παραμένουν ανεκπλήρωτες και σχεδόν δύο στους τρεις εργαζόμενους δηλώνουν ανοιχτοί σε αλλαγή εργασίας. Η «σιωπηλή δυσαρέσκεια» αναδεικνύεται στη μεγαλύτερη πρόκληση για τις επιχειρήσεις.

Το 2026 βρίσκει την ελληνική αγορά εργασίας αντιμέτωπη με μια σύνθετη πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά, η ανεργία έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης και οι επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό σε πολλούς κλάδους. Από την άλλη, το υψηλό κόστος ζωής, η πίεση στα νοικοκυριά και η αίσθηση ότι οι μισθοί δεν ακολουθούν τον ρυθμό της καθημερινότητας διαμορφώνουν ένα κλίμα συγκρατημένης απαισιοδοξίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η νέα έρευνα του δικτύου wherewework σε Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία και Δημοκρατία της Μολδαβίας έρχεται να φωτίσει τις πραγματικές διαθέσεις των εργαζομένων. Τα ευρήματα για την Ελλάδα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνουν ένα εργατικό δυναμικό που δεν εκφράζει έντονα τη δυσαρέσκειά του, χωρίς όμως να δηλώνει και ικανοποιημένο.

Πίσω από τους αριθμούς αναδύεται μια βαθύτερη εικόνα: οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας εξακολουθούν να επηρεάζουν τις προσδοκίες, την αγοραστική δύναμη και τη σχέση των εργαζομένων με την εργασία τους. Η δυσαρέσκεια δεν εκδηλώνεται πλέον με έντονες αντιδράσεις, αλλά με μια μορφή σιωπηλής αποστασιοποίησης, η οποία αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τις επιχειρήσεις τα επόμενα χρόνια.

Η μεγάλη «ουδέτερη ζώνη» των εργαζομένων

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι βρίσκονται σε μια ιδιότυπη ενδιάμεση κατάσταση. Το 46,7% δηλώνει δυσαρεστημένο από τον μισθό του, ποσοστό που μπορεί να είναι το χαμηλότερο μεταξύ των πέντε χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα, ωστόσο μόλις το 14,3% δηλώνει πραγματικά ικανοποιημένο.

Την ίδια στιγμή, σχεδόν τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους (39,1%) κινούνται σε μια «ουδέτερη ζώνη», ούτε ικανοποιημένοι ούτε ανοιχτά δυσαρεστημένοι. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφηκε στην έρευνα και αποτυπώνει μια κατάσταση στασιμότητας, όπου οι προσδοκίες έχουν περιοριστεί και η προσαρμογή στις συνθήκες μοιάζει να έχει αντικαταστήσει τη διεκδίκηση.

Η εικόνα αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι το 53,9% των εργαζομένων θεωρεί πως δεν αμείβεται δίκαια, ενώ σχεδόν οι μισοί εκτιμούν ότι οι αποδοχές τους βρίσκονται κάτω από τα επίπεδα της αγοράς.

Η ακρίβεια «ροκανίζει» το εισόδημα

Αν υπάρχει ένα στοιχείο που ενώνει τις περισσότερες απαντήσεις των συμμετεχόντων, αυτό είναι η πίεση που ασκεί το αυξημένο κόστος ζωής.

Το 60,3% των Ελλήνων δηλώνει ότι η αγοραστική του δύναμη έχει μειωθεί σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις περιγράφει τη μείωση αυτή ως ιδιαίτερα σημαντική. Για πολλούς εργαζόμενους, η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από συνεχή προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στα βασικά έξοδα και τις οικονομικές υποχρεώσεις.

Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες αναφέρουν ότι ο μισθός τους καλύπτει μόνο τις βασικές ανάγκες ή δεν επαρκεί καν γι’ αυτές, ενώ μόλις το 1,8% δηλώνει ότι απολαμβάνει υψηλό επίπεδο οικονομικής άνεσης.

Η απόσταση ανάμεσα στους μισθούς και στο πραγματικό κόστος ζωής αναδεικνύεται ως το μεγαλύτερο πρόβλημα για το 45,7% των συμμετεχόντων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλά από τα σχόλια που συνόδευσαν την έρευνα επανέρχεται η αίσθηση πως οι αμοιβές παραμένουν ουσιαστικά «κολλημένες» στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών.

Μισθοί κάτω από τα 1.500 ευρώ για την πλειονότητα

Τα εισοδηματικά στοιχεία της έρευνας αποτυπώνουν με σαφήνεια τις οικονομικές ισορροπίες στην ελληνική αγορά εργασίας.

Το 38,3% των ερωτηθέντων δηλώνει μηνιαίες αποδοχές μεταξύ 1.000 και 1.500 ευρώ, ενώ ένα επιπλέον 30,3% κινείται στην κατηγορία των 500 έως 1.000 ευρώ. Με άλλα λόγια, περισσότεροι από δύο στους τρεις εργαζόμενους αμείβονται με λιγότερα από 1.500 ευρώ τον μήνα.

Παράλληλα, το 57,6% θεωρεί ότι χρειάζεται αύξηση από 11% έως και 30% προκειμένου να αισθανθεί ότι αμείβεται δίκαια. Το στοιχείο αυτό δείχνει πως οι εργαζόμενοι δεν ζητούν θεαματικές ανατροπές, αλλά ουσιαστική αποκατάσταση της αγοραστικής τους δύναμης.

Η τεχνητή νοημοσύνη περνά σε δεύτερη μοίρα

Παρά τη διεθνή συζήτηση για τον μετασχηματισμό της εργασίας μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, οι Έλληνες εργαζόμενοι εμφανίζονται λιγότερο ανήσυχοι σε σχέση με τους συναδέλφους τους στις υπόλοιπες χώρες της έρευνας.

Μόλις το 11% θεωρεί ότι η AI θα μπορούσε να καταστήσει τη θέση του πιο ευάλωτη. Ωστόσο, το εύρημα αυτό δεν ερμηνεύεται απαραίτητα ως αισιοδοξία απέναντι στην τεχνολογία. Αντίθετα, φαίνεται να συνδέεται με το γεγονός ότι οι οικονομικές ανησυχίες παραμένουν πιο πιεστικές και άμεσες.

Οι εργαζόμενοι εμφανίζονται διχασμένοι ως προς τον αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης. Ένα ποσοστό 28,6% τη βλέπει ως εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας, ενώ το 27,6% εκτιμά ότι θα αλλάξει ή θα περιορίσει μέρος των καθηκόντων του στο μέλλον.

Έτοιμοι να φύγουν αν βρουν κάτι καλύτερο

Ίσως το πιο ηχηρό μήνυμα της έρευνας αφορά την πρόθεση αλλαγής εργασίας. Το 26,5% των εργαζομένων αναζητά ήδη ενεργά νέα επαγγελματική ευκαιρία, ενώ το 37,9% δηλώνει ότι θα εξέταζε σοβαρά μια καλύτερη πρόταση. Συνολικά, το 64,3% εμφανίζεται ανοιχτό σε επαγγελματική μετακίνηση μέσα στο επόμενο εξάμηνο.

Κύριο κίνητρο παραμένουν οι υψηλότερες αποδοχές, ενώ ακολουθούν οι προοπτικές εξέλιξης, η εργασιακή σταθερότητα και το καλύτερο εργασιακό περιβάλλον. Παράλληλα, μόνο το 16,4% δηλώνει αποφασισμένο να παραμείνει στον σημερινό εργοδότη του, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα.

 

 

Η επόμενη πρόκληση για τις επιχειρήσεις

Όπως επισημαίνει ο CEO του wherewework Group, Costin Tudor, η μεγάλη «ουδέτερη ζώνη» δεν αποτελεί ένδειξη ικανοποίησης αλλά στασιμότητας. Οι εργαζόμενοι αυτοί δεν έχουν αποχωρήσει, ωστόσο δεν αισθάνονται και ουσιαστικά συνδεδεμένοι με τον οργανισμό στον οποίο εργάζονται.

Η διαπίστωση αυτή ίσως αποτελεί και το σημαντικότερο συμπέρασμα της έρευνας. Η ελληνική αγορά εργασίας δεν χαρακτηρίζεται πλέον από την έντονη ανασφάλεια των προηγούμενων ετών, αλλά από μια πιο σύνθετη πρόκληση: τη διατήρηση της δέσμευσης και του κινήτρου των ανθρώπων σε ένα περιβάλλον όπου οι μισθολογικές προσδοκίες παραμένουν ανεκπλήρωτες και η καθημερινή οικονομική πίεση συνεχίζει να επηρεάζει τις αποφάσεις τους.

Για τις επιχειρήσεις, η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις αυξήσεις ή στις παροχές. Αφορά τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα δίνει στους εργαζόμενους λόγους να αισθάνονται ότι προχωρούν μαζί με τον οργανισμό. Διαφορετικά, η «σιωπηλή δυσαρέσκεια» που καταγράφει η έρευνα μπορεί να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο εμπόδιο για την προσέλκυση και διατήρηση ταλέντων τα επόμενα χρόνια.