Ποιοι ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, οι κλάδοι με την μεγαλύτερη ανθεκτικότητα
Το 28% των εργοδοτών στην Ελλάδα σχεδιάζει να αυξήσει το προσωπικό του κατά το τέταρτο τρίμηνο, ενώ το 16% αναμένει μείωση.
09/09/2026 | 08:00
09/09/2026 | 11:17
Η αγορά εργασίας διατηρεί θετικό πρόσημο, όμως η απόσταση στην Ελλάδα σε σχέση με τον τον παγκόσμιο μέσο όρο παραμένει μεγάλη – Ο τουρισμός οδηγεί τις προσλήψεις στην Ελλάδα, ενώ διεθνώς οι επενδύσεις, η τεχνολογία και οι νέες δεξιότητες αναδιαμορφώνουν τον χάρτη της εργασίας.
Ειδικότερα, η ελληνική αγορά εργασίας μπαίνει στο τελευταίο τρίμηνο του 2026 με θετικό πρόσημο, αλλά χωρίς να δείχνει ακόμη την ένταση που καταγράφεται σε άλλες οικονομίες. Η νέα έρευνα της ManpowerGroup αποτυπώνει μια αγορά που συνεχίζει να δημιουργεί θέσεις εργασίας, ωστόσο κινείται με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης (Net Employment Outlook – NEO) στην Ελλάδα διαμορφώνονται στο 15% για το διάστημα Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2026. Πρόκειται για αύξηση επτά ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά ο δείκτης παραμένει αμετάβλητος σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς από τη μία πλευρά, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παράγει ζήτηση για εργαζομένους. Από την άλλη, όμως, η αγορά δεν επιταχύνει ουσιαστικά σε ετήσια βάση. Με απλά λόγια, οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να προσλαμβάνουν, αλλά δεν φαίνεται να έχουν γίνει συνολικά πιο αισιόδοξες από ό,τι ήταν έναν χρόνο πριν.
Μια αγορά εργασίας δύο ταχυτήτων
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι το 28% των εργοδοτών στην Ελλάδα σχεδιάζει να αυξήσει το προσωπικό του κατά το τέταρτο τρίμηνο, ενώ το 16% αναμένει μείωση. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από τους μισούς εργοδότες, το 54%, δηλώνουν ότι θα διατηρήσουν αμετάβλητα τα επίπεδα στελέχωσής τους.
Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ελληνικής αγοράς εργασίας σήμερα: η σταθερότητα έχει μεγαλύτερο βάρος από την επιθετική επέκταση.
Οι επιχειρήσεις δεν φαίνεται να βρίσκονται σε φάση γενικευμένης συρρίκνωσης. Αντίθετα, οι προοπτικές παραμένουν θετικές. Ωστόσο, η πλειονότητα επιλέγει να κρατήσει το προσωπικό της στα σημερινά επίπεδα, περιορίζοντας τις μεγάλες κινήσεις.
Η εικόνα αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα ενός περιβάλλοντος στο οποίο η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις. Το κόστος λειτουργίας, η αβεβαιότητα, η δυσκολία εύρεσης εξειδικευμένων εργαζομένων και η ανάγκη μεγαλύτερης παραγωγικότητας οδηγούν σε πιο προσεκτικές αποφάσεις.
Ο θετικός δείκτης, επομένως σημαίνει ότι περισσότεροι εργοδότες σκοπεύουν να προσλάβουν από όσους σχεδιάζουν να μειώσουν προσωπικό.

Ο τουρισμός παραμένει η μεγάλη «μηχανή» προσλήψεων
Δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο κλάδος με τις ισχυρότερες προοπτικές απασχόλησης στην Ελλάδα είναι ο Τουρισμός, τα Ξενοδοχεία και η Εστίαση, με δείκτη που φτάνει το 37%.
Το εύρημα επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά τον κεντρικό ρόλο που έχει ο τουρισμός στην ελληνική οικονομία και στην απασχόληση. Η σημασία του κλάδου δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην καλοκαιρινή περίοδο. Η επέκταση της τουριστικής δραστηριότητας, η αύξηση των επενδύσεων σε ξενοδοχειακές υποδομές και η προσπάθεια επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου δημιουργούν μεγαλύτερη και πιο διαρκή ανάγκη για προσωπικό.
Παράλληλα, ο συγκεκριμένος κλάδος κατέγραψε και την ισχυρότερη ετήσια βελτίωση στις προοπτικές απασχόλησης.
Η εξάρτηση, όμως, της ελληνικής αγοράς από τον τουρισμό που δημιουργεί πρακτικά μεγάλο αριθμό θέσεων σε έναν συγκεκριμένο κλάδο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει πετύχει την πλήρη διαφοροποίηση της παραγωγικής της βάσης.
Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα είναι οι προσλήψεις να ενισχυθούν με την ίδια ένταση και σε τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας: στην τεχνολογία, στις επιστημονικές υπηρεσίες, στη βιομηχανία, στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και στις νέες μορφές επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Μεγαλύτερες επιχειρήσεις, μεγαλύτερη δυναμική
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων. Οι οργανισμοί με 1.000 έως 4.999 εργαζομένους (προφανώς σε διεθνές επίπεδο κυρίως) εμφανίζουν τις ισχυρότερες προοπτικές προσλήψεων, με δείκτη 24%.
Αυτό δείχνει ότι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις βρίσκονται σε καλύτερη θέση να επενδύσουν στην ανάπτυξη, να ανοίξουν νέες δραστηριότητες και να δημιουργήσουν νέους ρόλους.
Στον αντίποδα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφανίζουν σαφώς πιο περιορισμένες προοπτικές. Για οργανισμούς με λιγότερους από δέκα εργαζομένους, ο δείκτης βρίσκεται μόλις στο 3%.
Το χάσμα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα, όπου η οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Όσο οι μεγαλύτεροι οργανισμοί αποκτούν μεγαλύτερη δυνατότητα επενδύσεων και προσλήψεων, οι μικρότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν συχνά μεγαλύτερη πίεση από το κόστος, τη χρηματοδότηση και την έλλειψη προσωπικού.
Οι προσλήψεις δεν γίνονται μόνο για να καλυφθούν κενές θέσεις
Η ανάπτυξη της ίδιας της επιχείρησης αποτελεί τον βασικότερο λόγο για νέες προσλήψεις στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την έρευνα, το 42% των εργοδοτών που σχεδιάζουν αύξηση προσωπικού συνδέουν τις νέες θέσεις με την ανάπτυξη της εταιρείας.
Ακολουθούν οι νέες επενδύσεις και η ανάγκη κάλυψης συγκεκριμένων έργων, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει πλέον και η ανάγκη για νέες δεξιότητες.
Ως εκ τούτου, η αγορά εργασίας δεν αλλάζει μόνο ως προς τον αριθμό των θέσεων, αλλάζει κυρίως ως προς το περιεχόμενο των θέσεων.
Οι τεχνολογικές εξελίξεις, η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ψηφιοποίηση δημιουργούν ανάγκη για εργαζομένους με διαφορετικά προσόντα. Σε αρκετές περιπτώσεις, μια επιχείρηση μπορεί να μην αυξάνει συνολικά το προσωπικό της, αλλά να αλλάζει τη σύνθεσή του. Άλλοι ρόλοι περιορίζονται και άλλοι δημιουργούνται.
Αυτό σημαίνει ότι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης περιόδου δεν θα είναι απλώς η δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας. Θα είναι η δυνατότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις.

Το πρόβλημα της μη αντικατάστασης εργαζομένων
Εξίσου ενδιαφέρον είναι το στοιχείο που αφορά τις μειώσεις προσωπικού. Στην Ελλάδα, ο κυριότερος λόγος περιορισμού του ανθρώπινου δυναμικού δεν είναι απαραίτητα οι απολύσεις. Η έρευνα δείχνει ότι σημαντικό ρόλο παίζουν οι αποχωρήσεις εργαζομένων χωρίς άμεση αντικατάσταση.
Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα στην αγορά εργασίας. Μια επιχείρηση μπορεί να μειώνει αριθμητικά το προσωπικό της όχι επειδή βρίσκεται σε κρίση, αλλά επειδή επιλέγει να μην καλύψει μια θέση που μένει κενή.
Η επιλογή αυτή μπορεί να σχετίζεται με περιορισμούς στις προσλήψεις, με προσπάθεια μείωσης του κόστους ή με αναδιοργάνωση της εργασίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τεχνολογία και η αυτοματοποίηση επιτρέπουν σε μια εταιρεία να καλύψει μέρος των αναγκών της με λιγότερους ανθρώπους.
Η μεγάλη εικόνα: Οι τάσεις σε διεθνές επίπεδο
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εικόνα είναι αισθητά πιο δυναμική. Οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης διαμορφώνονται στο 29%, αυξημένες κατά δύο μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά έξι μονάδες σε ετήσια βάση.
Το 43% των εργοδοτών παγκοσμίως σχεδιάζει να αυξήσει το προσωπικό του, ενώ μόλις το 14% αναμένει μείωση. Η διαφορά με την Ελλάδα είναι εμφανής, καθώς ο σχετικός δείκτης βρίσκεται 14 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Η μεγαλύτερη κινητικότητα καταγράφεται στην Ασία-Ειρηνικό, όπου ο δείκτης φτάνει το 34%, ενώ η Αμερική ακολουθεί με 36%. Στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή οι προοπτικές βρίσκονται στο 22%.
Η Ινδία ξεχωρίζει με δείκτη 54%, ενώ πολύ υψηλές προοπτικές καταγράφονται επίσης στη Βραζιλία, στον Παναμά, στο Μεξικό και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η παγκόσμια αγορά εργασίας, ωστόσο, δεν κινείται ομοιόμορφα. Υπάρχουν οικονομίες που αναπτύσσονται ταχύτατα και αναζητούν εργαζομένους, ενώ άλλες εμφανίζουν πιο περιορισμένες προοπτικές.
Κατασκευές, χρηματοοικονομικά και τεχνολογία στο επίκεντρο
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ισχυρότερες προοπτικές απασχόλησης καταγράφονται στις Κατασκευές και τα Ακίνητα, καθώς και στα Χρηματοοικονομικά και τις Ασφάλειες, με δείκτη 36%. Ακολουθούν οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες, η τεχνολογία, τα μέσα και οι τηλεπικοινωνίες.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η νέα παγκόσμια οικονομία δημιουργεί θέσεις εργασίας τόσο σε παραδοσιακούς κλάδους, όπως οι κατασκευές, όσο και σε τομείς που συνδέονται με τη γνώση, την τεχνολογία και τις εξειδικευμένες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις δεν είναι οι μόνες που κινούνται. Σε διεθνές επίπεδο, οι οργανισμοί με 250 έως 999 εργαζομένους εμφανίζουν τις ισχυρότερες προοπτικές.
Η ανάπτυξη, άλλωστε, παραμένει ο βασικός λόγος για τις προσλήψεις. Οι επιχειρήσεις επεκτείνονται, πραγματοποιούν νέες επενδύσεις και αναζητούν νέες δεξιότητες.
Μια ματιά στην ΕΡΓΑΝΗ - Καλύτερη επίδοση 25ετίας στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας το 7μηνο του 2026
Την υψηλότερη επίδοση των τελευταίων 25 ετών σημείωσε το ισοζύγιο νέων θέσεων εργασίας στο επτάμηνο του 2026. Σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για τον Ιούλιο, κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026 το ισοζύγιο αναγγελιών προσλήψεων και αποχωρήσεων διαμορφώθηκε θετικά κατά 323.136 νέες θέσεις εργασίας, καταγράφοντας την καλύτερη επίδοση πρώτου επταμήνου από το 2001 μέχρι σήμερα.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η συνολική ανεργία υποχώρησε τον Ιούλιο του 2026 στο 7,9%, από 17,9% τον Ιούλιο του 2019, καταγράφοντας μείωση κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες. Όπως επισημαίνεται από το υπουργείο, η Ελλάδα έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη μείωση της συνολικής ανεργίας μεταξύ όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πλέον καταγράφει χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας από τη Φινλανδία, την Ισπανία, τη Σουηδία και τη Γαλλία.
Η αποκλιμάκωση είναι σημαντική σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες, τονίζει το υπουργείο Εργασίας, αντιπαραβάλλοντας τα στοιχεία του 2019:
- Η ανεργία των ανδρών μειώθηκε στο 5,9%, από 14,5% τον Ιούλιο του 2019, σημειώνοντας πτώση κατά 8,6 ποσοστιαίες μονάδες και βρίσκεται πλέον στο ίδιο επίπεδο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
- Η ανεργία των γυναικών περιορίστηκε στο 10,4%, από 22,2% το 2019, με μείωση κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες.
- Η ανεργία των νέων υποχώρησε στο 16,8%, από 37,6% τον Ιούλιο του 2019, σημειώνοντας πτώση κατά 20,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Σχολιάστε