epixeiro
Business Know-how

Οι προσλήψεις «αντέχουν», αλλά η ευημερία στην εργασία κλυδωνίζεται

Ο δείκτης RCI του Alba Graduate Business School, The American College of Greeceπαραμένει πάνω από το όριο που δείχνει αύξηση της απασχόλησης, όμως οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές. Την ίδια στιγμή, η νέα έρευνα της Alba καταγράφει σημαντικό χάσμα ανάμεσα στην ικανοποίηση από τη ζωή και στην ικανοποίηση από την εργασία.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Οι προσλήψεις «αντέχουν», αλλά η ευημερία στην εργασία κλυδωνίζεται

Η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει αντοχές, χωρίς όμως να διατηρεί την ίδια δυναμική με το προηγούμενο διάστημα. Οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να βλέπουν θετικά τις προσλήψεις, αλλά οι προσδοκίες τους περιορίζονται, ενώ η αβεβαιότητα για την οικονομία επηρεάζει τόσο τα σχέδια απασχόλησης όσο και τη γενικότερη αισιοδοξία.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έρευνας Recruitment Confidence Index 2026A της Alba Graduate Business School, The American College of Greece. Η έρευνα, η οποία πραγματοποιείται στην Ελλάδα από το 2006, αποτυπώνει τις προσδοκίες στελεχών επιχειρήσεων για τις προσλήψεις και τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας κατά το επόμενο εξάμηνο.

Ο δείκτης παραμένει θετικός, αλλά χάνει έδαφος

Ο γενικός δείκτης RCI υποχώρησε στις 123,2 μονάδες, από 126,5 στο δεύτερο εξάμηνο του 2025. Αντίστοιχα, ο δείκτης που αφορά το εξειδικευμένο και διοικητικό προσωπικό μειώθηκε στις 117,9 μονάδες, από 120,6.

Παρά την πτώση, και οι δύο δείκτες παραμένουν πάνω από το 100. Το επίπεδο αυτό θεωρείται κρίσιμο, καθώς δείχνει ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναμένουν αύξηση της δραστηριότητας προσλήψεων και επιλογής προσωπικού. Ωστόσο, η χαμηλότερη επίδοση σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση δείχνει ότι η αγορά κινείται με μεγαλύτερη προσοχή.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στις προβλέψεις για το μέγεθος του ανθρώπινου δυναμικού. Το ποσοστό των στελεχών που εκτιμούν ότι ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρησή τους θα αυξηθεί μειώθηκε στο 45,8%, από 56,8% στην προηγούμενη έρευνα. Την ίδια στιγμή, το ποσοστό όσων προβλέπουν μείωση αυξήθηκε στο 30,8%, από 22,1%.

Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις δεν εγκαταλείπουν τα σχέδια ανάπτυξης, αλλά επανεξετάζουν τον ρυθμό με τον οποίο θα προχωρήσουν σε νέες προσλήψεις.

Περιορίζεται η αισιοδοξία των επιχειρήσεων

Η πιο συγκρατημένη στάση συνδέεται με τη γενικότερη εικόνα της οικονομίας. Η αισιοδοξία των στελεχών μειώθηκε από 60% σε 58,5%, ενώ το ποσοστό όσων εμφανίζονται απαισιόδοξοι αυξήθηκε από 21,1% σε 25,5%.

Παράλληλα, το 33% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι επηρεάζεται «πολύ» ή «δραματικά» από τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, έναντι 30,5% στην προηγούμενη μέτρηση. Το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν ότι επηρεάζονται «λίγο» ή «καθόλου» υποχώρησε στο 31,9%, από 35,8%.

Οι επιχειρήσεις δεν φαίνεται, πάντως, να προχωρούν σε οριζόντιες και άμεσες περικοπές. Οι περισσότερες δεν σχεδιάζουν συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης. Όπου απαιτούνται περιορισμοί, οι πιθανότερες κινήσεις αφορούν τη μείωση των επενδύσεων στην εκπαίδευση και τον περιορισμό των μπόνους.

Στο μέτωπο των αμοιβών, το 81,9% των στελεχών εκτιμά ότι η επιχείρησή του θα έχει τη δυνατότητα να αυξήσει τους μισθούς μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Το αντίστοιχο ποσοστό στην προηγούμενη έρευνα ήταν 87,4%. Παρά τη μείωση των προσδοκιών, το 87,2% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έδωσε κάποια αύξηση μισθών κατά το προηγούμενο έτος, ενώ το 28,7% προχώρησε σε αυξήσεις ίσες ή υψηλότερες από τον πληθωρισμό.

Το μεγάλο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται

Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της φετινής έρευνας δεν αφορά αποκλειστικά τον αριθμό των προσλήψεων. Αφορά την ποιότητα της εργασιακής ζωής και τον βαθμό στον οποίο η εργασία συμβάλλει στη συνολική ευημερία των ανθρώπων.

Για πρώτη φορά, η έρευνα εξετάζει την έννοια της «ακμαιότητας» ή flourishing, δηλαδή μια ευρύτερη αντίληψη ευημερίας που περιλαμβάνει την ικανοποίηση από τη ζωή, τη σωματική και ψυχική υγεία, την αίσθηση νοήματος και σκοπού, τις σχέσεις με τους άλλους, τον χαρακτήρα και την οικονομική ασφάλεια.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι συμμετέχοντες αξιολογούν τη ζωή τους συνολικά με μέσο βαθμό 7,08 στα 10. Όταν, όμως, καλούνται να αξιολογήσουν ειδικά τη ζωή τους στην εργασία, ο βαθμός πέφτει στο 6,06.

Το χάσμα είναι εμφανές σε όλες σχεδόν τις επιμέρους διαστάσεις. Η εργασία συγκεντρώνει χαμηλότερη αξιολόγηση τόσο ως προς την ευτυχία και την υγεία όσο και ως προς το νόημα, τις σχέσεις και τη συνολική ικανοποίηση.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η αγορά εργασίας δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση τη δημιουργία θέσεων ή την αύξηση των μισθών. Εξίσου σημαντικό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζονται οι άνθρωποι, οι απαιτήσεις της καθημερινότητας, η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και η αίσθηση ότι η εργασία έχει ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η οικονομική ασφάλεια επηρεάζει άμεσα την ευημερία

Η έρευνα καταγράφει, τέλος, ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στην οικονομική ασφάλεια και την ευημερία. Οι συμμετέχοντες που αισθάνονται οικονομικά ασφαλείς αξιολογούν τη συνολική τους ευημερία με βαθμό 7,53 στα 10. Για όσους αισθάνονται οικονομικά ανασφαλείς, ο αντίστοιχος βαθμός περιορίζεται στο 6,70.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην απασχόληση, τις αμοιβές και την ποιότητα ζωής. Η διατήρηση της εργασίας παραμένει βασική προτεραιότητα, όμως δεν αρκεί από μόνη της. Οι εργαζόμενοι ενδιαφέρονται πλέον περισσότερο για το αν η εργασία τους προσφέρει ασφάλεια, προοπτική, αξιοπρεπείς αποδοχές και συνθήκες που επιτρέπουν μια ισορροπημένη ζωή.

Για τις επιχειρήσεις, επομένως, η πρόκληση δεν περιορίζεται στην προσέλκυση προσωπικού. Αφορά εξίσου τη διατήρηση των εργαζομένων, τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών εργασίας και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης.