epixeiro
Business Know-how

Τα 120 δισ. που «κάθονται» στις ελληνικές τράπεζες και τα 10 τρισ. ευρώ που «τεμπελιάζουν» στην Ε.Ε

Οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών χάνουν αξία από τον πληθωρισμό, ενώ η αδράνεια και η έλλειψη ενημέρωσης περιορίζουν τις επενδύσεις. Η νέα δυναμική της Revolut στην Ελλάδα. Τι συμβαίνει σήμερα στη Γηραιά Ήπειρο.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Τα 120 δισ. που «κάθονται» στις ελληνικές τράπεζες και τα 10 τρισ. ευρώ που «τεμπελιάζουν» στην Ε.Ε

Για εκατομμύρια ελληνικά νοικοκυριά, η αποταμίευση εξακολουθεί να ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τα χρήματα που παραμένουν σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Η επιλογή αυτή προσφέρει ασφάλεια και ρευστότητα, δεν σημαίνει όμως απαραίτητα και διατήρηση της πραγματικής αξίας των χρημάτων. Αντίθετα, όταν τα επιτόκια υπολείπονται του πληθωρισμού, η αγοραστική δύναμη των αποταμιεύσεων μειώνεται χρόνο με τον χρόνο.

Αυτό ακριβώς αναδεικνύει ο νέος Ευρωπαϊκός Δείκτης Απώλειας Πλούτου της Revolut, ο οποίος επιχειρεί να αποτυπώσει το κόστος της παθητικής διαχείρισης των αποταμιεύσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, στην Ελλάδα παραμένουν 120,9 δισ. ευρώ σε τραπεζικές καταθέσεις χαμηλής απόδοσης, κεφάλαια τα οποία, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να αποκτήσουν πιο ενεργό ρόλο στην οικονομία.

Η «σιωπηλή» απώλεια από τον πληθωρισμό

Το πρώτο πρόβλημα είναι σχετικά απλό. Η ονομαστική αύξηση των χρημάτων σε έναν λογαριασμό δεν σημαίνει ότι αυξάνεται και η πραγματική τους αξία.

Η Revolut υπολογίζει ότι για κάθε 10.000 ευρώ αποταμιεύσεων, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα μειώνει την αγοραστική δύναμη κατά περίπου 290 ευρώ ετησίως. Ακόμη και στις προθεσμιακές καταθέσεις, η εικόνα παραμένει δυσμενής: σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η εταιρεία, το μέσο επιτόκιο για προθεσμιακή κατάθεση ενός έτους διαμορφώνεται στο 1,85%, έναντι πληθωρισμού 2,90%. Η διαφορά μεταφράζεται σε πραγματική απώλεια περίπου 105 ευρώ τον χρόνο για κάθε 10.000 ευρώ που παραμένουν δεσμευμένα.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο όσους δεν αποταμιεύουν ή δεν επενδύουν. Αφορά και εκείνους που αποταμιεύουν συστηματικά, αλλά αφήνουν τα χρήματά τους σε προϊόντα που δεν προστατεύουν επαρκώς την αξία τους από τον πληθωρισμό.

120,9 δισ. ευρώ εκτός επενδυτικής δραστηριότητας

Η διάσταση του φαινομένου γίνεται μεγαλύτερη όταν εξεταστεί σε επίπεδο οικονομίας. Η Revolut εκτιμά ότι τα 120,9 δισ. ευρώ των παθητικών καταθέσεων στην Ελλάδα θα μπορούσαν, εάν κατευθύνονταν σε διαφοροποιημένες επενδύσεις κεφαλαιαγοράς, να δημιουργήσουν δυνητικά περίπου 8,7 δισ. ευρώ ετήσιας απόδοσης, με βάση τη μέση απόδοση δεκαετίας του MSCI Europe ETF, που χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς και ανέρχεται σε 9,06%.

Πρόκειται βέβαια για θεωρητικό υπολογισμό και όχι για εγγυημένη απόδοση. Οι επενδύσεις στις αγορές ενέχουν κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου και οι ιστορικές αποδόσεις δεν αποτελούν ένδειξη των μελλοντικών. Ωστόσο, το μέγεθος καταδεικνύει το οικονομικό κόστος μιας αγοράς όπου μεγάλο μέρος του ιδιωτικού πλούτου παραμένει εκτός επενδυτικής δραστηριότητας.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Revolut ανεβάζει το συνολικό ιδιωτικό κεφάλαιο που θα μπορούσε να κινητοποιηθεί στα 33 τρισ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι η καλύτερη αξιοποίησή του θα μπορούσε να ενισχύσει όχι μόνο τον πλούτο των πολιτών αλλά και τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Γιατί οι Έλληνες δεν κυνηγούν καλύτερες αποδόσεις

Η έρευνα σε δείγμα 1.000 Ελλήνων αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα χαμηλά επιτόκια. Είναι και η συμπεριφορά των αποταμιευτών.

  • Το 78,4% όσων αποταμιεύουν δεν έχει αλλάξει ποτέ τράπεζα προκειμένου να εξασφαλίσει καλύτερη απόδοση. Για το 31% η διαφορά στα επιτόκια θεωρείται πολύ μικρή για να δικαιολογεί την αλλαγή, ενώ το 27% προτιμά την τράπεζα που ήδη εμπιστεύεται. Ένα ακόμη 13% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει πού μπορεί να αναζητήσει καλύτερες επιλογές.
  • Την ίδια στιγμή, το 35% των ερωτηθέντων είτε δεν γνωρίζει πώς συγκρίνεται η απόδοση των καταθέσεών του με τον πληθωρισμό είτε έχει λανθασμένη εικόνα. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο έλλειμμα χρηματοοικονομικής ενημέρωσης.

Από την τράπεζα στο fintech οικοσύστημα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται και η νέα δυναμική των fintech εταιρειών. Η Revolut, με περισσότερους από 80 εκατ. πελάτες διεθνώς, επιχειρεί να μεταφέρει σε μία εφαρμογή λειτουργίες που παραδοσιακά ήταν κατακερματισμένες: τραπεζικές υπηρεσίες, αποταμίευση, επενδύσεις και χρηματοοικονομική ενημέρωση.

Η Ελλάδα αποτελεί πλέον μέρος αυτής της στρατηγικής ανάπτυξης, καθώς η εταιρεία διευρύνει την παρουσία της στην ελληνική αγορά και επιχειρεί να μετατρέψει την ψηφιακή τραπεζική από συμπληρωματική υπηρεσία σε βασικό σημείο επαφής του καταναλωτή με τα χρήματά του.

Το μοντέλο βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη δυνατότητα επένδυσης μικρών ποσών. Σύμφωνα με τα εσωτερικά στοιχεία της Revolut, η μέση πρώτη επενδυτική κατάθεση πελάτη της στην Ευρώπη ανέρχεται σε 406 ευρώ, ενώ για τους μισούς πελάτες το αρχικό ποσό δεν ξεπερνά τα 18 ευρώ. Παράλληλα, ο αριθμός των ενεργών ιδιωτών επενδυτών μέσω της πλατφόρμας αυξήθηκε κατά 56% σε ετήσια βάση.

Το στοίχημα είναι να κινηθεί το «αδρανές» χρήμα

Η εικόνα που προκύπτει δεν σημαίνει ότι οι καταθέσεις είναι λανθασμένη επιλογή. Η ρευστότητα και η ασφάλεια αποτελούν βασικές ανάγκες κάθε νοικοκυριού και ένα μέρος των αποταμιεύσεων εύλογα πρέπει να παραμένει άμεσα διαθέσιμο.

Το ερώτημα αφορά το πλεονάζον κεφάλαιο που παραμένει επί χρόνια αδρανές χωρίς να εξετάζεται αν υπάρχει καταλληλότερη λύση, ανάλογα με τον χρονικό ορίζοντα και την ανοχή κινδύνου κάθε αποταμιευτή.

Στην Ελλάδα, όπου η αποταμίευση έχει παραδοσιακά ισχυρή θέση στην οικονομική συμπεριφορά των νοικοκυριών, η μετάβαση από την απλή κατοχή χρημάτων στην ενεργητική διαχείριση του πλούτου αποτελεί ένα σημαντικό επόμενο βήμα. Και ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση –από την κατάθεση στην αποταμίευση με στόχο, και από εκεί στην επένδυση– επιχειρούν να τοποθετηθούν οι νέες ψηφιακές πλατφόρμες.

Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι να εγκαταλείψουν οι Έλληνες τις καταθέσεις. Είναι να γνωρίζουν τι πραγματικά αποδίδει κάθε επιλογή, πόσο κοστίζει ο πληθωρισμός και ποιο μέρος των χρημάτων τους μπορεί να δουλεύει αντί απλώς να παραμένει αδρανές.

Η «μεγάλη εικόνα» - ανάγκη για αξιοποίηση καταθέσεων στην Ε.Ε που δεν φέρνουν αποδόσεις

Το πρόβλημα της χαμηλής απόδοσης των καταθέσεων δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού ζητήματος, που πλέον βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής των Βρυξελλών: πώς θα κινητοποιηθεί ο ιδιωτικός πλούτος της Ευρώπης και θα μετατραπεί σε επενδυτικό κεφάλαιο. Άλλωστε το πέρας του Ταμείου Ανάκαμψης, οι σοβαρές γεωπολιτικές προκλήσεις απόρροια των συγκρούσεων σε Ουκρανία, Μέση Ανατολή και ο αυξανόμενος εμπορικός ανταγωνισμός με ΗΠΑ και Κίνα δημιουργούν έξτρα πιέσεις για την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη στη Γηραιά Ήπειρο.

Σύμφωνα με στοιχεία από την διεθνή Τύπο, περίπου 10 τρισ. ευρώ από τις αποταμιεύσεις των ευρωπαϊκών νοικοκυριών παραμένουν σε τραπεζικές καταθέσεις, ενώ οι καταθέσεις των επιχειρήσεων προσθέτουν ακόμη 7 τρισ. ευρώ. Πρόκειται για μια τεράστια δεξαμενή κεφαλαίων, η οποία, σύμφωνα με την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητη για τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το παράδοξο είναι ότι η Ευρώπη δεν στερείται κεφαλαίων. Την ίδια στιγμή που οι αποταμιεύσεις συσσωρεύονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις χρειάζονται περισσότερη χρηματοδότηση για επενδύσεις σε τεχνολογία, ενέργεια, υποδομές και παραγωγική δυναμικότητα. Η Κομισιόν επιχειρεί, μέσω της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, να περιορίσει αυτή την απόσταση και να διοχετεύσει μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις.

Μάλιστα, ο στόχος που έχει θέσει η φον ντερ Λάιεν είναι η κινητοποίηση έως και 470 δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων μέχρι το τέλος του έτους, μέσα από παρεμβάσεις που θα διευκολύνουν τη χρηματοδότηση από τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες.

Σε αυτό το ευρωπαϊκό περιβάλλον εντάσσεται και η ελληνική περίπτωση των 120,9 δισ. ευρώ που, σύμφωνα με τη Revolut, βρίσκονται σε παθητικές καταθέσεις. Η ουσία της συζήτησης δεν είναι ότι οι καταθέσεις πρέπει να εγκαταλειφθούν. Είναι ότι ένα μέρος των χρημάτων που δεν χρειάζεται άμεσα μπορεί να αναζητήσει καλύτερη σχέση απόδοσης και κινδύνου, αντί να παραμένει για χρόνια σε προϊόντα που μπορεί να χάνουν πραγματική αξία από τον πληθωρισμό.

Έτσι, το ζήτημα μετατρέπεται από μια απλή υπόθεση τραπεζικών επιτοκίων σε ένα μεγαλύτερο οικονομικό στοίχημα: πώς η Ευρώπη θα κάνει τις αποταμιεύσεις της να δουλέψουν περισσότερο για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και την ίδια την οικονομία.