epixeiro
Business Know-how

Η ανάπτυξη χρειάζεται κανόνες που λειτουργούν

Η ποιότητα του ρυθμιστικού πλαισίου κρίνεται από το κατά πόσο μειώνει τον χρόνο, το κόστος και την αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Η ανάπτυξη χρειάζεται κανόνες που λειτουργούν

Οι επιχειρήσεις χρειάζονται κανόνες σαφείς, σταθερούς και εφαρμόσιμους. Όταν οι υποχρεώσεις είναι πολύπλοκες, οι ερμηνείες μεταβάλλονται ή οι διοικητικές διαδικασίες απαιτούν δυσανάλογους πόρους, το ρυθμιστικό πλαίσιο παύει να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και μετατρέπεται σε πρόσθετο επιχειρηματικό κόστος. Ήδη έχει καταγραφεί σημαντική πρόοδος, αλλά το «πέρασμα» στο επόμενο επίπεδο δεν θα κριθεί μόνο από τις μεταρρυθμίσεις που θεσπίζονται, αλλά από τις ουσιαστικές αλλαγές στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων.

Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικά βήματα στην Ελλάδα προς όφελος της επιχειρηματικότητας, κυρίως όσον αφορά τη γραφειοκρατία και την ψηφιοποίηση διαδικασιών. Ωστόσο, όπως καταγράφει η έρευνα EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα 2026, οι επιχειρηματίες θεωρούν ότι πρέπει να καλυφθεί σημαντικό έδαφος σε αυτόν τον τομέα.

Πάντως, οι επιχειρηματίες στην Ελλάδα εξακολουθούν να εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι ως προς το γενικότερο επιχειρηματικό περιβάλλον, σε σχέση με τον μέσο όρο των 14 χωρών στην ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης, όπου πραγματοποιήθηκε η έρευνα.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 34% των επιχειρηματιών αξιολογούν ως «ευνοϊκές» τις τρέχουσες συνθήκες για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, αλλά το ποσοστό όσων τις αξιολογούν ως «μη ευνοϊκές» παραμένει σχεδόν σταθερό στο 38% (ήταν στο 39% έναν χρόνο πριν), ενώ οι ουδέτερες τοποθετήσεις αυξάνονται αισθητά, από 19% σε 28%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα, ότι οι επιχειρήσεις δεν διαπιστώνουν επιδείνωση στις συνθήκες επιχειρηματικότητας, αλλά φαίνεται να δυσκολεύονται να αξιολογήσουν προς ποια κατεύθυνση κινείται το περιβάλλον στο οποίο καλούνται να επενδύσουν και να αναπτυχθούν. 

Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στο νομικό και στο κανονιστικό πλαίσιο, όπου η αξιολόγηση είναι σαφέστερη. Το 35% θεωρούν ότι είναι πολύπλοκο και απαιτεί σημαντικούς πόρους, ενώ το 29% το χαρακτηρίζουν περιοριστικό, εκτιμώντας ότι εμποδίζει την καινοτομία και την ανάπτυξη. Τα αντίστοιχα ποσοστά στις 14 χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, από την ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης, είναι χαμηλότερα, στο 27% και 28%. 

Η γραφειοκρατία δεν είναι μια αφηρημένη πρόκληση

Το πιο ηχηρό εύρημα της έρευνας, είναι ότι το 78% κατατάσσουν τη γραφειοκρατία και την πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος ανάμεσα στα σημαντικότερα εμπόδια για την επιχειρηματικότητα. Το δεδομένο αυτό συνεπάγεται ότι, παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα σε αυτόν τον τομέα, χρειάζεται να συνεχιστούν οι οργανωμένες και στρατηγικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.

Η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού ακολουθεί ως δεύτερη σημαντικότερη πρόκληση του επιχειρείν με 47%, ποσοστό που φθάνει στο 62% στις επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ. Ακολουθούν οι ανεπαρκείς υποδομές με 31%, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση και επενδυτικά κεφάλαια με 30% και η πολιτική και οικονομική αστάθεια με 23%.

Πρόκειται για διαφορετικές προκλήσεις, οι οποίες όμως συχνά λειτουργούν σωρευτικά. Μια επιχείρηση που δυσκολεύεται να βρει ανθρώπους με τις κατάλληλες δεξιότητες ή να χρηματοδοτήσει μια επένδυση, επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο όταν πρέπει να διαθέσει χρόνο και πόρους για να ερμηνεύσει ρυθμιστικές και κανονιστικές απαιτήσεις, να επαναλάβει διαδικασίες ή να διαχειριστεί διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ δημόσιων φορέων.

Η γραφειοκρατία έχει πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα, καθώς απορροφά χρόνο από τη διοίκηση και τα στελέχη, αυξάνει την ανάγκη εξωτερικής υποστήριξης και μπορεί να καθυστερήσει μια επένδυση, μια άδεια ή την έναρξη μιας νέας δραστηριότητας. Για μια μεγάλη εταιρεία το κόστος αυτό μπορεί να ενταχθεί σε μια οργανωμένη λειτουργία συμμόρφωσης. Για μια μικρότερη επιχείρηση, συχνά επιβαρύνει απευθείας τα πρόσωπα που έχουν παράλληλα την ευθύνη των πωλήσεων, των επενδύσεων και της καθημερινής λειτουργίας.

Το 78%, επομένως, δείχνει ότι η πολυπλοκότητα επηρεάζει την κατανομή των επιχειρηματικών πόρων και, τελικά, την ανταγωνιστικότητα. 

Οι αλλαγές δεν έχουν γίνει ακόμη αισθητές

Η έρευνα εξετάζει επίσης πώς επηρέασαν οι κανονιστικές αλλαγές των τελευταίων 24 μηνών, επιμέρους λειτουργίες των επιχειρήσεων.

Το ισχυρότερο αποτύπωμα καταγράφεται στα χρηματοοικονομικά και τη φορολογία: το 42% αναφέρουν αρνητική επίδραση, το 37% δεν διαπιστώνουν καμία μεταβολή και το 18% αναφέρουν θετική επίδραση. Στις πωλήσεις και τα έσοδα, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 40%, 47% και 9%, ενώ στο ανθρώπινο κεφάλαιο 39%, 39% και 16%.

Η εικόνα είναι ηπιότερη στις υπόλοιπες λειτουργίες, χωρίς όμως να προκύπτει ευρεία αίσθηση θετικής αλλαγής. Στις επιχειρησιακές λειτουργίες και την εφοδιαστική αλυσίδα, το 54% δεν εντοπίζουν αντίκτυπο, το 25% τον αξιολογούν ως αρνητικό και το 12% ως θετικό. Στην ανάπτυξη και τις επενδύσεις, το 50% δεν βλέπουν μεταβολή, έναντι 27% αρνητικής και 17% θετικής επίδρασης. Στην εταιρική φήμη και τη συμμόρφωση, τα αντίστοιχα ποσοστά διαμορφώνονται σε 51%, 18% και 23%, ενώ στα δεδομένα και την πνευματική ιδιοκτησία σε 60%, 18% και 11%.

Η ίδια η έρευνα ερμηνεύει τα παραπάνω με δύο πιθανές εξηγήσεις: είτε οι αλλαγές δεν έχουν ακόμη ανταποκριθεί πλήρως στις ανάγκες των επιχειρήσεων, είτε δεν έχει περάσει αρκετός χρόνος ώστε η επίδρασή τους να γίνει ορατή. 

Παράλληλα, αποκαλύπτεται ένα ζήτημα που χρειάζεται προσοχή. Η θέσπιση μιας ρύθμισης δεν αποτελεί από μόνη της τελικό αποτέλεσμα. Μεσολαβούν η έκδοση εφαρμοστικών αποφάσεων, η ερμηνεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες, η προσαρμογή στις διαδικασίες και τα συστήματα της επιχείρησης και, τελικά, η εμπειρία της επιχείρησης που καλείται να συμμορφωθεί.

Σε αυτή τη διαδρομή μπορεί να χαθεί σημαντικό μέρος του αρχικού οφέλους.

Ψηφιακή διαδικασία δεν είναι πάντοτε απλή διαδικασία

Η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα είναι σημαντική και έχει διευκολύνει πολλές συναλλαγές επιχειρήσεων και πολιτών. Η επιμονή, όμως, της γραφειοκρατίας στην κορυφή των εμποδίων δείχνει ότι το επόμενο στάδιο δεν μπορεί να περιορίζεται στη μεταφορά περισσότερων διαδικασιών σε ηλεκτρονικό περιβάλλον.

Μια διαδικασία μπορεί να είναι ψηφιακή και να παραμένει σύνθετη. Μπορεί να εξακολουθεί να απαιτεί μεγάλο αριθμό δικαιολογητικών, επανάληψη πληροφοριών που το Δημόσιο ήδη διαθέτει ή διαδοχική επικοινωνία με υπηρεσίες που δεν ανταλλάσσουν αποτελεσματικά δεδομένα μεταξύ τους.

Η πραγματική απλοποίηση αρχίζει όταν επανεξετάζεται ο σκοπός κάθε βήματος. Ποιο στοιχείο είναι πράγματι απαραίτητο; Μπορεί να αντληθεί αυτόματα από άλλη δημόσια βάση; Χρειάζονται όλοι οι έλεγχοι ή έχουν συσσωρευτεί διαχρονικά χωρίς να έχει αξιολογηθεί η χρησιμότητά τους; Υπάρχουν διαφορετικές διαδικασίες για παρόμοιες υποχρεώσεις που θα μπορούσαν να ενοποιηθούν;

Ο επανασχεδιασμός αυτός, είναι δυσκολότερος από τη δημιουργία μιας ηλεκτρονικής φόρμας. Έχει, όμως, μεγαλύτερη αξία, επειδή μειώνει ουσιαστικά το διοικητικό βάρος αντί να αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο αυτό διεκπεραιώνεται.

Η προβλεψιμότητα έχει αξία για κάθε επένδυση

Οι επιχειρήσεις ζητούν ένα περιβάλλον με σαφείς κανόνες, οι οποίοι προστατεύουν τον υγιή ανταγωνισμό, ενισχύουν την εμπιστοσύνη και επιτρέπουν στις διοικήσεις να γνωρίζουν τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να κινηθούν.

Η δυσκολία δημιουργείται όταν οι υποχρεώσεις αλλάζουν συχνά, οι προθεσμίες προσαρμογής είναι περιορισμένες ή οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά. Η αβεβαιότητα αυτή έχει μεγαλύτερη επίδραση από όση αποτυπώνεται στο άμεσο κόστος συμμόρφωσης.

Μια επιχείρηση που σχεδιάζει μια νέα επένδυση χρειάζεται να υπολογίσει το φορολογικό, αδειοδοτικό και κανονιστικό της κόστος. Πρέπει, επίσης, να γνωρίζει πότε μπορεί να ξεκινήσει τη λειτουργία της και ποιες υποχρεώσεις θα ισχύουν σε βάθος χρόνου. Όσο πιο ασαφείς είναι αυτές οι παράμετροι, τόσο μεγαλύτερο περιθώριο κινδύνου θα ενσωματώσει στο σχέδιό της — ή τόσο πιθανότερο είναι να το αναβάλει.

Η προβλεψιμότητα δεν σημαίνει ότι το πλαίσιο δεν πρέπει να αλλάζει, καθώς η οικονομία, η τεχνολογία και οι ευρωπαϊκές απαιτήσεις εξελίσσονται. Σημαίνει ότι οι αλλαγές πρέπει να προετοιμάζονται με επαρκή διαβούλευση, να συνοδεύονται από σαφείς οδηγίες και να εφαρμόζονται με συνέπεια.

Η αξιολόγηση πρέπει να ξεκινά από την εμπειρία της επιχείρησης

Οι μεταρρυθμίσεις αξιολογούνται συχνά με βάση τον αριθμό των διαδικασιών που ψηφιοποιήθηκαν, των νομοθετημάτων που θεσπίστηκαν ή των προθεσμιών που επισήμως μειώθηκαν. Οι δείκτες αυτοί είναι χρήσιμοι, δεν αρκούν, όμως, για να αποτυπώσουν τι άλλαξε στην πράξη.

Χρειάζονται ερωτήματα πιο κοντά στην καθημερινή λειτουργία: Πόσες ώρες απαιτούνται σήμερα για να ολοκληρωθεί μια διαδικασία σε σχέση με πριν; Πόσα στοιχεία χρειάζεται να υποβάλει εκ νέου η επιχείρηση; Πόσο συχνά απαιτείται ανθρώπινη παρέμβαση για τη διόρθωση μιας ασυμφωνίας; Πόσο σταθερός είναι ο χρόνος διεκπεραίωσης; Πόσες διαφορετικές υπηρεσίες εμπλέκονται;

Η μέτρηση αυτών των στοιχείων μπορεί να αναδείξει σημεία που δεν είναι ορατά στον σχεδιασμό μιας μεταρρύθμισης. Μπορεί, επίσης, να βοηθήσει στον εντοπισμό διαφορών ανάμεσα στις μεγάλες επιχειρήσεις, που διαθέτουν εξειδικευμένες ομάδες, και στις μικρομεσαίες, για τις οποίες η ίδια υποχρέωση μπορεί να έχει δυσανάλογο βάρος.

Η συμμετοχή των επιχειρήσεων σε αυτή τη διαδικασία, δεν πρέπει να περιορίζεται στη διαβούλευση πριν από την ψήφιση μιας ρύθμισης. Χρειάζεται και μετά την εφαρμογή της, όταν μπορεί πλέον να αξιολογηθεί αν η αρχική πρόθεση μεταφράστηκε σε λειτουργικό αποτέλεσμα.

Ένα οικοσύστημα που διευκολύνει την παραγωγική δραστηριότητα

Η έρευνα αναδεικνύει ως βασικές προτεραιότητες την περαιτέρω ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα, την απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών και του κανονιστικού και φορολογικού πλαισίου, καθώς και την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης των υποδομών και διευκόλυνσης της πρόσβασης των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση. 

Οι παρεμβάσεις αυτές, δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Μια επιχείρηση μπορεί να έχει πρόσβαση σε κεφάλαια και να διαθέτει το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, αλλά να καθυστερεί λόγω αδειοδοτικών διαδικασιών. Μπορεί να διαθέτει σύγχρονες υποδομές, αλλά να δυσκολεύεται να προγραμματίσει μια επένδυση λόγω φορολογικής ή κανονιστικής αβεβαιότητας. Μπορεί ακόμη να αντιμετωπίζει μια εμπορική διαφορά, της οποίας η επίλυση απαιτεί δυσανάλογο χρόνο σε σχέση με το μέγεθός της.

Επομένως, οι προσπάθειες για να βελτιωθεί ακόμα περισσότερο το επιχειρηματικό περιβάλλον θα πρέπει να συνεχιστούν. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, όμως, δεν αρκούν μεμονωμένες αλλαγές. Χρειάζεται συνέχεια, συντονισμός και διαρκής αξιολόγηση του αποτελέσματος. Και το επιχειρηματικό οικοσύστημα είναι περισσότερο ώριμο, πλέον, ώστε να προχωρήσει συνειδητά προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι κανόνες δεν αποτελούν αντίπαλο της ανάπτυξης. Αντίθετα, μπορούν να την υποστηρίξουν, όταν είναι κατανοητοί, σταθεροί και εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Η ουσιαστική μεταρρύθμιση είναι εκείνη που μια επιχείρηση μπορεί να αναγνωρίσει στην πράξη: στον χρόνο που εξοικονομεί, στη μείωση του κόστους συμμόρφωσης, στην ταχύτερη ολοκλήρωση μιας επένδυσης και στη μεγαλύτερη βεβαιότητα με την οποία σχεδιάζει την επόμενη κίνησή της.