Γιατί παραμένει ελκυστικός προορισμός η Ελλάδα - ευκαιρίες, αδυναμίες και στόχοι
Επενδύσεις: Στην κορυφή των προτιμήσεων Λογισμικό & Πληροφορική, επαγγελματικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις και logistics. Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια έχει βοηθήσει τις ΑΞΕ παρά τις διεθνείς αναραχές.
15/10/2026 | 13:35
15/10/2026 | 13:58
Η αύξηση των επενδυτικών έργων κατά 34% το 2025 και η πρόθεση περισσότερων από τις μισές ξένες επιχειρήσεις να επεκταθούν στη χώρα ενισχύουν την εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή επενδυτικό χάρτη. Το στοίχημα, ωστόσο, είναι να μετατραπεί το ενδιαφέρον σε παραγωγικές επενδύσεις, υψηλότερη προστιθέμενη αξία και διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Η Ελλάδα κερδίζει έδαφος ως επενδυτικός προορισμός, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη δυσκολεύεται να διατηρήσει την επενδυτική της δυναμική και οι γεωπολιτικές αναταράξεις επηρεάζουν τις επιχειρηματικές αποφάσεις.
Η βελτίωση της εικόνας της χώρας, η πολιτική σταθερότητα και η αυξανόμενη παρουσία επενδύσεων σε τεχνολογικές και άλλες δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας δημιουργούν θετικές προοπτικές. Δεν αναιρούν, όμως, τις διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η τελευταία έρευνα της EY Ελλάδος, EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026, αποτυπώνει αυτή ακριβώς την εικόνα. Ειδικότερα:
Το 2025 καταγράφηκαν στη χώρα 47 επενδυτικά έργα greenfield, αυξημένα κατά 34% σε σχέση με το 2024, όταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο η αντίστοιχη δραστηριότητα υποχώρησε κατά 7%.
Παράλληλα, το 55% των στελεχών ξένων επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό από το 2019, όταν ξεκίνησε η έρευνα στη χώρα μας.
Δίχως αμφιβολία η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη θέση της σε διεθνές επίπεδο. Στην αντίληψη και τη γνώμη που έχουν διεθνείς οργανισμοί και επενδυτικά funds. Βέβαια αυτή η αυξημένη εμπιστοσύνη πρέπει να αποκτήσει ένα πιο μόνιμο οικονομικό αποτύπωμα.
Τάσεις και κλάδοι με μεγαλύτερο ενδιαφέρον
Ιδιαίτερη σημασία δεν έχει μόνο η αύξηση των επενδυτικών έργων, αλλά και οι κλάδοι στους οποίους κατευθύνονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EY, οι υπηρεσίες λογισμικού και πληροφορικής, μαζί με τις επαγγελματικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες προς επιχειρήσεις, συγκέντρωσαν το 23% των επενδυτικών έργων. Ακολούθησαν οι μεταφορές και τα logistics με 21% και η αγροδιατροφή με 9%.
Δηλαδή, το επενδυτικό ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς πόλους της ελληνικής οικονομίας, όπως ο τουρισμός και το real estate. Η τεχνολογία, οι ψηφιακές υπηρεσίες, η εφοδιαστική αλυσίδα και η αγροδιατροφή αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, προσφέροντας δυνατότητες διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης.
Ενδεικτικό της επιτάχυνσης είναι ότι οι επενδύσεις greenfield της τελευταίας πενταετίας αντιστοιχούν στο 45% του συνόλου των αντίστοιχων έργων που καταγράφηκαν στην Ελλάδα από το 2000. Με άλλα λόγια, σχεδόν τα μισά έργα που έχουν καταγραφεί στη συγκεκριμένη βάση δεδομένων από την αρχή της περιόδου αναφοράς συγκεντρώνονται στην τελευταία πενταετία.
Ωστόσο, η αύξηση των έργων δεν αρκεί για να αποτιμηθεί το συνολικό οικονομικό όφελος. Καθοριστικό ρόλο παίζουν το ύψος των κεφαλαίων, οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται, η εξαγωγική δραστηριότητα και οι διασυνδέσεις των επενδύσεων με τις εγχώριες επιχειρήσεις.
Γεωγραφία, σταθερότητα και ποιότητα ζωής
Στα βασικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας, οι συμμετέχοντες στην έρευνα της EY τοποθετούν τη γεωγραφική θέση της χώρας, με ποσοστό 31%. Ακολουθούν η ποιότητα ζωής, η ασφάλεια, η διαφορετικότητα και ο πολιτισμός με 26%, καθώς και η πολιτική σταθερότητα με 25%.
Η γεωγραφία μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για δραστηριότητες που σχετίζονται με τις μεταφορές, τα logistics, την ενέργεια και τις διεθνείς εμπορικές διαδρομές. Σε ένα περιβάλλον αναδιάταξης των εφοδιαστικών αλυσίδων, η θέση της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη δημιουργεί περιθώρια για την προσέλκυση νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Η αξιοποίηση αυτής της θέσης, ωστόσο, δεν είναι αυτόματη. Προϋποθέτει σύγχρονες υποδομές, αποτελεσματικές διασυνδέσεις, ταχύτερες διαδικασίες και ανταγωνιστικό κόστος λειτουργίας. Διαφορετικά, το γεωγραφικό πλεονέκτημα κινδυνεύει να παραμείνει μια δυνατότητα που δεν μεταφράζεται πλήρως σε οικονομικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, η ποιότητα ζωής και η ασφάλεια αποτελούν στοιχεία που μπορούν να ενισχύσουν την προσέλκυση εξειδικευμένων στελεχών και την εγκατάσταση διεθνών επιχειρηματικών ομάδων. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο ανταγωνισμός για ταλέντο εντείνεται, η ελκυστικότητα μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από τη φορολογία ή το κόστος παραγωγής, αλλά και από τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας.
Η θετική εικόνα αποτυπώνεται και στις προσδοκίες για τα επόμενα χρόνια. Το 58% των ερωτώμενων δηλώνει ότι η άποψή του για την Ελλάδα ως επενδυτικό προορισμό βελτιώθηκε κατά τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 68% εκτιμά ότι η ελκυστικότητα της χώρας θα ενισχυθεί περαιτέρω μέσα στην επόμενη τριετία, έναντι 63% το 2025.
Το ρυθμιστικό περιβάλλον και το ενεργειακό κόστος
Πίσω από τη θετική επενδυτική εικόνα, όμως, παραμένουν εμπόδια που επηρεάζουν τις αποφάσεις των επιχειρήσεων. Το 28% των συμμετεχόντων αναδεικνύει το ρυθμιστικό περιβάλλον ως πεδίο που χρειάζεται βελτίωση, το 26% επισημαίνει το επίπεδο της καινοτομίας και της έρευνας και ανάπτυξης, ενώ το 24% αναφέρεται στο ενεργειακό κόστος.
Η γραφειοκρατία και η πολυπλοκότητα των διαδικασιών εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την υλοποίηση ενός επενδυτικού σχεδίου. Η πολιτική σταθερότητα δημιουργεί ένα ευνοϊκότερο πλαίσιο, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη για προβλέψιμους κανόνες, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και αποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.
Το ενεργειακό κόστος αποτελεί, αντίστοιχα, σημαντικό παράγοντα για τη βιομηχανία και τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από μεγάλες ενεργειακές καταναλώσεις. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν το λειτουργικό τους κόστος, η πρόσβαση σε ανταγωνιστική και αξιόπιστη ενέργεια μπορεί να επηρεάσει άμεσα την επιλογή μιας χώρας για την εγκατάσταση νέων παραγωγικών μονάδων.
Ακόμη πιο σύνθετο είναι το ζήτημα της καινοτομίας. Η προσέλκυση διεθνών επιχειρήσεων έχει μεγαλύτερη αξία όταν συνοδεύεται από μεταφορά τεχνογνωσίας, ανάπτυξη νέων προϊόντων και συνεργασίες με ελληνικές επιχειρήσεις και πανεπιστήμια. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η χώρα να προσελκύει δραστηριότητες χωρίς να ενισχύει στον ίδιο βαθμό τις δικές της τεχνολογικές δυνατότητες.
Το ανθρώπινο δυναμικό ως κρίσιμος παράγοντας
Η έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων και η δυσκολία πρόσβασης σε εξειδικευμένο προσωπικό αναδεικνύονται σε βασικές προκλήσεις για την επόμενη ημέρα. Το 30% των συμμετεχόντων στην έρευνα θεωρεί ότι η βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η διευκόλυνση της πρόσβασης σε ταλέντο πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητες.
Το ίδιο ποσοστό ζητά μεγαλύτερη υποστήριξη στρατηγικών κλάδων, όπως οι καθαρές τεχνολογίες, η τεχνητή νοημοσύνη, η άμυνα και η τεχνολογία.
Οι δύο προτεραιότητες συνδέονται άμεσα. Η προσέλκυση επενδύσεων σε δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας απαιτεί εργαζομένους με εξειδικευμένες γνώσεις, ενώ η αναβάθμιση των δεξιοτήτων αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Η συνεργασία επιχειρήσεων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η επαγγελματική κατάρτιση και η διαρκής επιμόρφωση μπορούν να περιορίσουν το χάσμα ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση εργασίας.
Το ζήτημα αφορά και τη δυνατότητα της Ελλάδας να διατηρήσει εργαζομένους υψηλής εξειδίκευσης που διαφορετικά θα αναζητούσαν επαγγελματικές ευκαιρίες στο εξωτερικό. Οι επενδύσεις μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση, εφόσον δημιουργούν θέσεις εργασίας με προοπτικές εξέλιξης, ανταγωνιστικές αποδοχές και ουσιαστικό αντικείμενο.
Παράλληλα, το 26% των ερωτώμενων θεωρεί προτεραιότητα τις επενδύσεις σε μεγάλα έργα υποδομών. Οι υποδομές μεταφορών, τα ενεργειακά δίκτυα και οι ψηφιακές διασυνδέσεις είναι απαραίτητα για την υποστήριξη της βιομηχανίας, της τεχνολογίας και των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων.
Από την προσέλκυση κεφαλαίων στην παραγωγική ανάπτυξη
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσες επενδύσεις μπορεί να προσελκύσει η Ελλάδα, αλλά και ποια θα είναι η συμβολή τους στην οικονομία. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, επεσήμανε σε ειδικό πανελ - κατά την παρουσίαση της έρευνας - την ανάγκη ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων, τονίζοντας ότι δεν έχουν όλες οι επενδύσεις το ίδιο πολλαπλασιαστικό όφελος.
Αυτός ήταν και ο ένας άξονας των προτάσεων του ώστε η χώρα να παραμείνει ελκυστική σε επενδυτές: Η επένδυση δηλαδή στην παραγωγή. «Δεν έχουν όλες οι επενδύσεις το ίδιο effect. Σημαντικές κινήσεις είναι τα data centers και τα φωτοβολταϊκά στην χώρα αλλά δεν αρκούν», υπογράμμισε εστιάζοντας μεταξύ άλλων και στις μεγάλες ανάγκες και ευκαιρίες στην αγροτική οικονομία.
Βασική επίσης παράμετρος διατήρησης της ελκυστικότητας είναι η δημοσιονομική πειθαρχία. «Πήραμε 1,5 ΑΕΠ υποστήριξη από την Ευρώπη, τώρα δε θα μπορούσε να συμβεί αυτό», τόνισε, ενώ τέλος υπογράμμισε πως είναι κρίσιμο οι κυβερνήσεις να λαμβάνουν τις σωστές αποφάσεις.
«Δε σταματάει η επιχειρηματικότητα επειδή έχουμε μπροστά εκλογική χρονιά. Στη χώρα έχει υπάρξει φορολογική σταθερότητα ύστερα από καιρό (χωρίς να βρισκόμαστε στο καλύτερο δυνατό σημείο) γι' αυτό και ως ΣΕΒ δεν έχουμε φορολογικά αιτήματα. Ζούμε στην εποχή της καλής επιχειρηματικότητας, δεν πιστεύω σε κεντρικές οικονομίες και σχεδιασμούς. Παραμένω πάντα αισιόδοξος, ωστόσο ζούμε σε πρωτοφανείς συνθήκες καθώς απειλείται ύστερα απο πολύ καιρό ακόμη και η ειρήνη», σχολίασε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, μεταξύ άλλων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας της EY, το 34% των συμμετεχόντων θεωρεί τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις συγκρούσεις βασική απειλή για την ελκυστικότητα της Ελλάδας την επόμενη τριετία, ενώ το 31% επισημαίνει τις μακροοικονομικές συνθήκες. Παρά τους κινδύνους, μόλις το 22% δηλώνει ότι η επιχείρησή του ανέβαλε, ακύρωσε ή περιόρισε επενδυτικά σχέδια στη χώρα, έναντι 34% στην ευρωπαϊκή έρευνα.
Σχολιάστε