Food for Thought

Οι περικοπές των δαπανών, οι προσδοκίες για τα οικονομικά… και το «αγκάθι» της αποταμίευσης

Μια εικόνα για έξοδα & οικονομικό προγραμματισμό ενός ελληνικού νοικοκυριού το 2026

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Οι περικοπές των δαπανών, οι προσδοκίες για τα οικονομικά… και το «αγκάθι» της αποταμίευσης

Με φόντο τη συνεχιζόμενη ακρίβεια, την αναντίρρητη πίεση γύρω από το στεγαστικό και τη γενικευμένη αβεβαιότητα (οικονομία, γεωπολιτικά κ.α) για το μέλλον, οι Έλληνες εισέρχονται στο 2026 με επιβαρυμένη ψυχολογία.

Τα ευρήματα νέας έρευνας της Revolut, σε συνεργασία με τη Dynata, σκιαγραφούν ένα τοπίο οικονομικής κόπωσης: το 54% δηλώνει απαισιόδοξο για τις οικονομικές του προοπτικές, ενώ μόλις το 3% αισθάνεται πραγματικά σίγουρο ότι θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε όλες τις ανάγκες και τους στόχους του τη νέα χρονιά.

Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τα χαμηλά εισοδήματα. Άγχος και αβεβαιότητα υπάρχει στα περισσότερα στρώματα της κοινωνίας, με το 43% να δηλώνει ότι βιώνει έντονη οικονομική πίεση και ένα επιπλέον 11% να παραδέχεται ότι, παρά τις προσπάθειες, δεν καταφέρνει να σημειώσει ουσιαστική πρόοδο. Πρόκειται για ένα σαφές σήμα ότι η καθημερινή διαχείριση των οικονομικών έχει μετατραπεί σε διαρκή άσκηση ισορροπίας για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Βέβαια, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα σημαντικό ποσοστό (περίπου 40%) εξακολουθεί να διατηρεί κάποια αισιοδοξία, επιχειρώντας να «πάρει την κατάσταση στα χέρια του». Επενδύσεις, αποταμίευση, αναβάθμιση δεξιοτήτων και αναζήτηση νέων επαγγελματικών ευκαιριών αποτελούν βασικές στρατηγικές για όσους πιστεύουν ότι η οικονομική τους θέση μπορεί να βελτιωθεί, έστω και σταδιακά.

Η αυτοπειθαρχία ως «αντίδοτο» στην αβεβαιότητα – και τα όρια της τεχνολογίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς οι ίδιοι οι πολίτες αντιλαμβάνονται τα εργαλεία που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση. Σχεδόν οι μισοί Έλληνες τοποθετούν την αυτοπειθαρχία στην κορυφή της λίστας, αναγνωρίζοντας ότι ο έλεγχος των παρορμητικών δαπανών και η συνέπεια στους στόχους είναι πιο καθοριστικά από οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας έρευνας.

Η οικονομική εκπαίδευση έρχεται δεύτερη, με περίπου 1 στους 5 να δηλώνει ότι η καλύτερη κατανόηση των χρηματοοικονομικών θα τον βοηθούσε να διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά τα χρήματά του. Παράλληλα, το 18% στρέφεται σε ψηφιακά εργαλεία και εφαρμογές διαχείρισης χρημάτων, επιβεβαιώνοντας ότι η τεχνολογία έχει πλέον περάσει στον πυρήνα της καθημερινής οικονομικής ζωής.

Δεν λείπουν, ωστόσο, και οι πιο «σύγχρονες» ανησυχίες. Συγκεκριμένα, το 10% θεωρεί ότι η απομάκρυνση από τα social media θα περιόριζε τους πειρασμούς για άσκοπες αγορές, ενώ το 15% δηλώνει ανοιχτό στη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για καλύτερο οικονομικό σχεδιασμό. 

Όπως σημειώνει ο Ignacio Zunzunegui, επικεφαλής ανάπτυξης της Revolut για τη Νότια Ευρώπη, «η αυτοπειθαρχία παραμένει ο ισχυρότερος μοχλός προόδου, όμως η τεχνολογία μπορεί να μετατρέψει τις σωστές προθέσεις σε μετρήσιμα αποτελέσματα».

Περικοπές στην καθημερινότητα και... το μεγάλο κενό της σύνταξης

Στην πράξη, ωστόσο, η πίεση μεταφράζεται σε συγκεκριμένες και συχνά επώδυνες επιλογές. Σχεδόν 8 στους 10 Έλληνες δηλώνουν ότι θα χρειαστεί να μειώσουν δαπάνες το 2026

Οι περικοπές ξεκινούν από την ένδυση (36%) και τις μη βασικές αγορές, όπως ταξίδια και προϊόντα ομορφιάς (31%), φτάνουν μέχρι την επιλογή φθηνότερων τροφίμων (30%) και, ανησυχητικά, αγγίζουν ακόμη και τον τομέα της υγείας για το 13% των ερωτηθέντων.

Στον αντίποδα, οι περισσότεροι θέτουν τις δικές τους «κόκκινες γραμμές» σε συγκεκριμένες δαπάνες. Ειδικότερα, δεν είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν αγαθά και υπηρεσίες που αφορούν τα παιδιά, τα ταξίδια και το φαγητό εκτός σπιτιού, ακόμη και αν δυσκολεύονται σε άλλους τομείς. Η εικόνα αυτή δείχνει πως το ελληνικό νοικοκυριό στερείται σε κάποιους τομείς αλλά παράλληλα ιεραρχεί συνεχώς ανάγκες και επιθυμίες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα, για παράδειγμα, της μακροπρόθεσμης αποταμίευσης (σύνταξη) μοιάζει σχεδόν πολυτέλεια. Η πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα της Insurance Europe αποκαλύπτει ότι 6 στους 10 Έλληνες δεν αποταμιεύουν για τη σύνταξή τους, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. 

Η έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης και κουλτούρας γύρω από την ασφάλιση - αποταμίευση σε συνδυασμό με το χαμηλό εισοδηματικό προφίλ δεν αφήνει περιθώρια για τα ελληνικά νοικοκυριά, όπως έχει υπογραμμιστεί αρκετές φορές από ειδικούς και μη. 

Δηλαδή, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πρόθεσης, μιας και η πλειονότητα (όπως λέει τουλάχιστον) αναγνωρίζει τη σημασία της αποταμίευσης, αλλά ότι είτε δεν έχει την οικονομική δυνατότητα είτε δεν διαθέτει επαρκή πληροφόρηση.

Πέραν των εισοδημάτων, χωρίς σταθερό περιβάλλον, κίνητρα και αξιόπιστα, κατανοητά προϊόντα, η συνταξιοδοτική αποταμίευση παραμένει ζητούμενο. Η ιδιωτική ασφάλιση και τα συμπληρωματικά προγράμματα μπορούν να λειτουργήσουν ως κρίσιμος πυλώνας, όμως απαιτούν εμπιστοσύνη, διαφάνεια και συνδυασμό ψηφιακής ενημέρωσης με ανθρώπινη συμβουλή.

Αξίζει να αναφερθεί τέλος πως μπορεί διαχρονικά η Ελλάδα να υπολείπεται αισθητά σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους σε ζητήματα αποταμίευσης, οι Ευρωπαίοι πολίτες αντιμετωπίζουν και αυτοί με τη σειρά τους παρόμοιες προκλήσεις - δυσκολίες. Δεν είναι δε το ποσοστό των Ευρωπαίων - 4 στους 10 - που δεν αποταμιεύουν για τη σύνταξη τους.

 

 

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα και ποιες οι διαφοροποιήσεις στη Γηραιά Ήπειρο

Υπό αυτό το πρίσμα, αξίζει να δούμε πώς κινούνται οι Έλληνες σήμερα γύρω από την συνταξιοδοτική αποταμίευση και πώς οι πολίτες στην Ε.Ε. Όπως αποτυπώνουν τα τελευταία στοιχεία της Insurance Europe, το 59% των Ελλήνων δεν αποταμιεύει για τη σύνταξη (έναντι 41% στην ΕΕ). Το 76% των Ελλήνων εμφανίζεται θετικά διακείμενο στην αποταμίευση για σύνταξη. Το 44% θα ήθελε να αποταμιεύει αλλά δεν έχει την οικονομική δυνατότητα, το 15% δηλώνει ότι σκοπεύει να ξεκινήσει στο εγγύς μέλλον ενώ το 17% ενδιαφέρεται αλλά αισθάνεται ότι δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες. Από όσους αποταμιεύουν, το 29% ξεκίνησε μετά από συζήτηση με διαμεσολαβητή, το 30% μετά από συζήτηση με φίλο ή μέσω social media (έναντι 21% ΕΕ), ενώ το 19% εντάχθηκε σε ομαδικό πρόγραμμα που του παρείχε ο εργοδότης. 

Την ίδια ώρα, η ασφάλεια της αποταμίευσης αφενός, η φερεγγυότητα και αξιοπιστία του παρόχου αφετέρου αναδεικνύονται ως εξαιρετικά σημαντικές κατά την αναζήτηση αποταμιευτικού προϊόντος. Το 49% των Ελλήνων δηλώνει ότι προτιμά καταβολή με τη μορφή σύνταξης και το 27% εφάπαξ καταβολή του ποσού που έχει συγκεντρωθεί. Ωστόσο, όταν κλήθηκαν να απαντήσουν για το εάν προτιμούν να λάβουν ένα εφάπαξ ποσό 50.000 ευρώ κατά τη συνταξιοδότηση ή 2.500 ευρώ κάθε χρόνο για το υπόλοιπο της ζωής τους, το 62% απάντησε υπέρ του εφάπαξ και το 38% υπέρ του ετήσιου ποσού. 

Καταγράφεται προτίμηση στη συνδυαστική παροχή ψηφιακής ενημέρωσης και ανθρώπινης συμβουλής. Τέλος, η ασφάλεια της αποταμίευσης και η φερεγγυότητα και αξιοπιστία του παρόχου συνεχίζουν να αναδεικνύονται ως εξαιρετικά σημαντικές κατά την αναζήτηση αποταμιευτικού προϊόντος. 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο

Παρά την αυξανόμενη ενημέρωση για την ανάγκη αποταμίευσης, το 41% των Ευρωπαίων εξακολουθούν να μην συνεισφέρουν σε συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, με τα ποσοστά ανά χώρα να κυμαίνονται από 16% έως 65%. Το χάσμα μεταξύ των φύλων παραμένει: το ποσοστό μη αποταμιευτών φτάνει το 46% για τις γυναίκες σε σύγκριση με 35% για τους άνδρες. Η συμβουλή παραμένει καθοριστικός παράγοντας: το 31% των συμμετεχόντων άρχισαν να αποταμιεύουν μετά από συμβουλή από διαμεσολαβητή και το 25% μέσω προγραμμάτων εργοδοτών. 

Η ασφάλεια παραμένει η κύρια προτεραιότητα για τους Ευρωπαίους αποταμιευτές: το 81% προτιμά προϊόντα που εγγυώνται τουλάχιστον το κεφάλαιό τους. Μόνο το 19% των συμμετεχόντων προτιμά υψηλότερο ρίσκο για μεγαλύτερες αποδόσεις. Οι συντάξεις παραμένουν η προτιμητέα μορφή πληρωμής (43%), αλλά υπάρχει επίσης ενδιαφέρον για εφάπαξ ή συνδυαστικές λύσεις.

Το 69% των Ευρωπαίων προτιμά την ψηφιακή ενημέρωση, με δυνατότητα έντυπης πληροφόρησης εφόσον ζητηθεί.