Να τα πουλήσω όλα; Η ερώτηση που δεν ήταν ποτέ για τις επενδύσεις
Η αρνητική είδηση τραβά περισσότερο την προσοχή. Αυτό είναι μια ανθρώπινη πραγματικότητα. Όμως, όσο περισσότερο εκτιθέμεθα σε τέτοια μηνύματα, τόσο πιο εύκολα πιστεύουμε ότι η απειλή είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι πραγματικά είναι.
«Να τα πουλήσω όλα;» - Αυτή ήταν η πρώτη φράση που άκουσα μόλις μπήκε στο γραφείο μου ένας πελάτης.
Δεν προηγήθηκε καμία καλημέρα. Καμία ερώτηση για τις αγορές ή την οικονομία. Μόνο αυτή η φράση. Τον κοίταξα και τον ρώτησα ήρεμα:
«Τι άλλαξε από την τελευταία φορά που μιλήσαμε;» Η τελευταία μας συνάντηση ήταν μόλις μία εβδομάδα πριν.
Περίμενα να μου πει ότι είχαν αλλάξει τα οικονομικά του δεδομένα ή οι στόχοι του. Αντί γι' αυτό, μου απάντησε:
«Τίποτα. Αλλά όλοι μιλούν για κρίση. Το βλέπω στις ειδήσεις, στα social media, στο YouTube. Οι αγορές συνέχεια ανεβαίνουν. Θα έρθει μεγάλη πτώση. Δεν θέλω να χάσω όσα έχω χτίσει.»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η ερώτησή του δεν ήταν οικονομική. Ήταν ανθρώπινη. Και χρειαζόταν να αφιερώσω χρόνο πρώτα στον άνθρωπο και μετά στις επενδύσεις. Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν φοβόταν τις αγορές. Φοβόταν την απώλεια. Και αυτός ο φόβος είναι πολύ πιο ισχυρός απ' όσο πιστεύουμε. Επίσης συνειδητοποίησα, για ακόμη μία φορά, ότι η δουλειά μου δεν είναι μόνο να διαχειρίζομαι κεφάλαια. Είναι να κατανοώ τους ανθρώπους που μου εμπιστεύονται στόχους, ανησυχίες και όνειρά τους.
Η αλήθεια είναι ότι η αντίδρασή του δεν ήταν καθόλου παράλογη. Ήταν βαθιά ανθρώπινη. Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον!
Τι μας έλεγε η οικονομική θεωρία για δεκαετίες; Ότι οι άνθρωποι λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις. Ότι αξιολογούν τα δεδομένα, ζυγίζουν τα υπέρ και τα κατά και επιλέγουν τη λύση που μεγιστοποιεί το όφελός τους.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη!
Το 1979, οι Daniel Kahneman και Amos Tversky ανέτρεψαν αυτή την αντίληψη με τη Θεωρία Προοπτικής (Prospect Theory), δείχνοντας ότι οι άνθρωποι δεν βιώνουν το κέρδος και την απώλεια με τον ίδιο τρόπο. Ο πόνος της απώλειας είναι δυσανάλογα μεγαλύτερος από τη χαρά ενός αντίστοιχου κέρδους. Με απλά λόγια, το ενδεχόμενο να χάσουμε 1.000 ευρώ μάς επηρεάζει πολύ περισσότερο από την ικανοποίηση που νιώθουμε όταν κερδίζουμε το ίδιο ποσό. Ίσως αυτό εξηγεί γιατί, κάθε φορά που οι αγορές διορθώνουν, το τηλέφωνο χτυπά συχνότερα.
Οι ερωτήσεις αλλάζουν.
- «Να πουλήσω;»
- «Να περιμένω;»
- «Μήπως αυτή τη φορά είναι διαφορετικά;»
Σπάνια αυτές οι ερωτήσεις γεννιούνται από μια ψύχραιμη αξιολόγηση των δεδομένων. Συνήθως γεννιούνται από την ανάγκη μας να ανακτήσουμε τον έλεγχο. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε για να μας προστατεύει από τον κίνδυνο. Για χιλιάδες χρόνια, αυτή η ικανότητα ήταν ζήτημα επιβίωσης. Όποιος αντιδρούσε γρήγορα σε μια πιθανή απειλή είχε περισσότερες πιθανότητες να επιζήσει.
Στις επενδύσεις, όμως, αυτός ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει εναντίον μας. Όταν οι αγορές πέφτουν, ο εγκέφαλος δεν μας ψιθυρίζει «κάνε υπομονή».
Μας φωνάζει: «Κάνε κάτι!» Οτιδήποτε. Ακόμη κι αν αυτό το «κάτι» αποδειχθεί, εκ των υστέρων, λάθος.
Ο φόβος όμως σπάνια έρχεται μόνος του. Τροφοδοτείται καθημερινά από τίτλους που προβλέπουν τη «μεγαλύτερη κρίση», την «κατάρρευση των αγορών» ή το «τέλος όπως το γνωρίζουμε».
Δεν κατηγορώ τα μέσα ενημέρωσης. Η αρνητική είδηση τραβά περισσότερο την προσοχή. Αυτό είναι μια ανθρώπινη πραγματικότητα. Όμως, όσο περισσότερο εκτιθέμεθα σε τέτοια μηνύματα, τόσο πιο εύκολα πιστεύουμε ότι η απειλή είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι πραγματικά είναι. Και τότε, χωρίς να το καταλάβουμε, η ανάγκη για δράση αντικαθιστά τη λογική.
Δεν προσπάθησα να τον καθησυχάσω λέγοντάς του ότι οι αγορές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν ή ότι δεν θα υπάρξει νέα κρίση. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Του είπα όμως κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό.
Ότι η επενδυτική στρατηγική δεν δοκιμάζεται όταν όλα πηγαίνουν καλά. Δοκιμάζεται όταν ο φόβος μάς καλεί να την εγκαταλείψουμε. Οι μεγαλύτερες οικονομικές ζημιές, άλλωστε, δεν προέρχονται συνήθως από μια πτώση των αγορών. Προέρχονται από τις αποφάσεις που παίρνουμε μέσα στον πανικό.
Γιατί, τελικά, η δυσκολότερη μάχη του επενδυτή δεν δίνεται απέναντι στις αγορές. Δίνεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.
Ύστερα από χρόνια στον χώρο των επενδύσεων, έχω καταλήξει ότι οι καλύτερες αποφάσεις δεν παίρνονται όταν νιώθουμε απόλυτη σιγουριά. Παίρνονται όταν έχουμε ένα σωστό σχέδιο και την πειθαρχία να το ακολουθήσουμε, ακόμη και όταν ο φόβος μάς λέει να κάνουμε το αντίθετο.
Και ίσως γι' αυτό παραμένει διαχρονικά επίκαιρη η φράση του Peter Lynch:
«Πολλοί περισσότεροι επενδυτές έχουν χάσει χρήματα περιμένοντας τις διορθώσεις, παρά μέσα στις διορθώσεις.»
Σχολιάστε