epixeiro
Food for Thought

Γιατί μιλάμε για όλα, εκτός από τα χρήματα;

Η οικονομική εκπαίδευση δεν ξεκινά με την πρώτη επένδυση ούτε με την πρώτη επίσκεψη σε μια τράπεζα. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, μέσα στο σπίτι, με απλές και ειλικρινείς συζητήσεις.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Γιατί μιλάμε για όλα, εκτός από τα χρήματα;

Γι’ αυτό και η οικονομική εκπαίδευση δεν αφορά μόνο αριθμούς, επιτόκια και αποδόσεις. Προϋποθέτει να κατανοήσουμε τι σημαίνει το χρήμα για εμάς.

Καθημερινά μιλάμε για τα χρήματα και τις διαφορετικές διαστάσεις τους. Παραπονιόμαστε για την ακρίβεια, τους φόρους, τις τιμές των ακινήτων και το αυξημένο κόστος ζωής. Έχω όμως την εντύπωση ότι σπάνια μιλάμε πραγματικά γι’ αυτά.

Ας ξεκινήσουμε από τους γονείς. Συζητάμε με τα παιδιά μας για την αποταμίευση; Τους μαθαίνουμε απλούς τρόπους διαχείρισης των χρημάτων; Σε ότι αφορά τα ζευγάρια: πόσα έχουν ξεκαθαρίσει τους κοινούς οικονομικούς τους στόχους; Πόσοι άνθρωποι, τελικά, μπορούν να πουν χωρίς αμηχανία: «Δεν γνωρίζω και χρειάζομαι βοήθεια»;

Αλήθεια, έχετε αναρωτηθεί γιατί, ενώ στις οικογένειές μας συζητάμε για τις σπουδές, την εργασία, την πολιτική, την υγεία και τις σχέσεις, αποφεύγουμε να μιλήσουμε ουσιαστικά για τα χρήματα;

Οι γονείς συνήθως δεν εξηγούν στα παιδιά πώς καταρτίζεται ένας οικογενειακός προϋπολογισμός – αν, βέβαια, γνωρίζουν και οι ίδιοι ή αν έχουν καταρτίσει ποτέ κάποιον. Δεν συζητούν μαζί τους βασικές οικονομικές έννοιες, τις οποίες τα παιδιά είναι βέβαιο ότι θα χρειαστούν μόλις ενηλικιωθούν και κληθούν, για παράδειγμα, να διαχειριστούν τον πρώτο τους μισθό, να χρησιμοποιήσουν μια χρεωστική ή πιστωτική κάρτα ή να αποφασίσουν αν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μια αγορά.

Γιατί, λοιπόν, το χρήμα παραμένει θέμα αμηχανίας ή ακόμη και ντροπής; Μήπως ευθύνονται και οι οικονομικές πεποιθήσεις που μεταφέρονται, συχνά ασυνείδητα, από τους γονείς στα παιδιά;

Έχουμε, τελικά, αντιληφθεί τη σημασία της οικονομικής εκπαίδευσης από μικρή ηλικία;

Άλλο προστασία και άλλο σιωπή

Πολλοί γονείς αποφεύγουν να συζητούν για τα οικονομικά μπροστά στα παιδιά τους, επειδή πιστεύουν ότι με αυτόν τον τρόπο τα προστατεύουν. Δεν επιθυμούν να τα επιβαρύνουν με οικονομικές ανησυχίες και προβληματισμούς και αισθάνονται ότι τα χρήματα είναι ένα θέμα που αφορά αποκλειστικά τους ενηλίκους.
Άλλο, όμως, προστασία και άλλο σιωπή.

Τα παιδιά μαθαίνουν ακόμη και όταν δεν τους μιλάμε. Παρατηρούν, καταλαβαίνουν και ακούν τις συζητήσεις των μεγάλων. Αντιλαμβάνονται πότε στο περιβάλλον τους υπάρχει οικονομική ανασφάλεια και καταγράφουν τις αντιδράσεις των γονιών τους.

Αποτυπώνουν στη μνήμη τους φράσεις όπως «τα χρήματα δεν φτάνουν ποτέ», «οι επενδύσεις είναι τζόγος», «μόνο όποιος έχει πολλά μπορεί να αποταμιεύσει», «τα χρήματα είναι για να τα ξοδεύουμε» ή «τα χρήματα πηγαίνουν πάντα στους πλούσιους».

Έτσι, πριν ακόμη αποκτήσουν δικό τους εισόδημα, έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνουν τη σχέση τους με το χρήμα. Και αρκετές φορές αυτή η σχέση μπορεί να τα περιορίζει ή να τους δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. 

Εννοείται ότι ένα παιδί δεν χρειάζεται να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες των οικογενειακών οικονομικών. Χρειάζεται, όμως, να κατανοήσει ότι τα χρήματα δεν είναι ανεξάντλητα, ότι κάθε επιλογή έχει ένα κόστος και ότι η αποταμίευση δεν αποτελεί τιμωρία ή στέρηση. Είναι ένας τρόπος να μπορούμε να πραγματοποιούμε μελλοντικούς στόχους.

Ένα μικρό χαρτζιλίκι, για παράδειγμα, μπορεί να αποτελέσει το πρώτο μάθημα οικονομικής διαχείρισης. Το παιδί μπορεί να επιλέξει αν θα το ξοδέψει αμέσως, αν θα κρατήσει ένα μέρος του ή αν θα περιμένει για να αποκτήσει κάτι που επιθυμεί περισσότερο.

Έτσι μαθαίνει στην πράξη την αξία της επιλογής και της υπομονής, καθώς και τη σημασία τού να αναβάλλει μια πρόσκαιρη επιθυμία για χάρη ενός μεγαλύτερου στόχου. Παράλληλα, αρχίζει να διακρίνει την ανάγκη από την επιθυμία και να κατανοεί ότι κάθε αγορά συνεπάγεται την παραίτηση, έστω προσωρινά, από κάποια άλλη επιλογή.

Οι οικονομικές πεποιθήσεις μας ακολουθούν

Η σχέση των παιδιών με τα χρήματα διαμορφώνεται από τις εμπειρίες, τις αναμνήσεις και τα μηνύματα που δέχονται καθώς μεγαλώνουν.

Κάποιος που έζησε σε ένα σπίτι όπου υπήρχε διαρκής οικονομική ανασφάλεια μπορεί, ως ενήλικος, να φοβάται υπερβολικά να ξοδέψει. Κάποιος άλλος μπορεί να χρησιμοποιεί την κατανάλωση ως επιβράβευση ή ως απόδειξη επιτυχίας. Ένας τρίτος μπορεί να αποφεύγει εντελώς τις επενδύσεις, επειδή άκουγε πάντοτε ότι «το χρηματιστήριο είναι επικίνδυνο». Ή μπορεί να μην αποταμιεύει, επειδή έχει εντυπωθεί στο υποσυνείδητό του η πεποίθηση ότι τα χρήματα αποκτώνται μόνο με αθέμιτους τρόπους.

Οι πεποιθήσεις μας για τα χρήματα μπορεί να είναι ενδυναμωτικές ή περιοριστικές. Υπάρχουν εκείνες που μας κινητοποιούν και μας βοηθούν να σχεδιάσουμε το μέλλον μας και άλλες που μας κρατούν δέσμιους του φόβου και της ανασφάλειας.

Οι τελευταίες μπορεί να έχουν δημιουργηθεί μέσα από πραγματικές δυσκολίες και αντικειμενικά εμπόδια. Το πρόβλημα, όμως, αρχίζει όταν συνεχίζουν να καθορίζουν τις αποφάσεις μας στην ενήλικη ζωή, χωρίς ποτέ να τις έχουμε εξετάσει ή επαναξιολογήσει.

Γι’ αυτό και η οικονομική εκπαίδευση δεν αφορά μόνο αριθμούς, επιτόκια και αποδόσεις. Προϋποθέτει να κατανοήσουμε τι σημαίνει το χρήμα για εμάς.
Ασφάλεια; Ελευθερία; Επιτυχία; Κοινωνική αναγνώριση; Ή μήπως φόβο, ενοχή και σύγκρουση;

Τα χρήματα μέσα στη σχέση

Η δυσκολία της συζήτησης γίνεται ακόμη πιο εμφανής στις σχέσεις των ζευγαριών. Δύο άνθρωποι μπορεί να συζητούν για το πού θα ζήσουν, αν θα δημιουργήσουν οικογένεια και πώς φαντάζονται το κοινό τους μέλλον, χωρίς να έχουν μιλήσει ανοιχτά για τις οικονομικές τους συνήθειες ή για τη σημασία που έχει το χρήμα για τον καθένα.

Υπάρχουν δάνεια ή άλλες οικονομικές υποχρεώσεις; Ποιοι είναι οι κοινοί τους στόχοι; Πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας την αποταμίευση, την κατανάλωση και τον οικονομικό προγραμματισμό;

Μπορεί ο ένας να αισθάνεται ασφάλεια όταν αποταμιεύει και ο άλλος να αισθάνεται ελευθερία όταν ξοδεύει. Καμία από τις δύο ανάγκες δεν είναι από μόνη της παράλογη. Αν, όμως, αυτές οι διαφορές δεν συζητηθούν, μπορεί σταδιακά να μετατραπούν σε συγκρούσεις, δυσπιστία και αδιέξοδα.
Η συζήτηση για τα χρήματα μέσα σε μια σχέση δεν αφορά μόνο το ποιος πληρώνει τι. Αφορά τις προτεραιότητες, τις αξίες, τις προσδοκίες και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο οι δύο άνθρωποι επιθυμούν να χτίσουν την κοινή τους ζωή.

Το «δεν γνωρίζω» δεν είναι αδυναμία

Υπάρχει και μία ακόμη αιτία που μας εμποδίζει, πιστεύω, να μιλήσουμε ανοιχτά για τα οικονομικά: ο φόβος μήπως αποκαλυφθεί ότι δεν γνωρίζουμε.
Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι θα έπρεπε ήδη να ξέρουν πώς λειτουργεί μια πιστωτική κάρτα, τι σημαίνει επιτόκιο, πώς υπολογίζεται η πραγματική επιβάρυνση ενός δανείου ή ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην αποταμίευση και την επένδυση.

Έτσι, αντί να ρωτήσουν, αποφεύγουν τη συζήτηση ή προσποιούνται ότι γνωρίζουν. Δεν γεννιόμαστε, όμως, γνωρίζοντας πώς να διαχειριζόμαστε τα χρήματα. Όπως μαθαίνουμε να οδηγούμε, να χρησιμοποιούμε την τεχνολογία ή να ασκούμε ένα επάγγελμα, έτσι χρειάζεται να διδαχθούμε και τις βασικές αρχές της οικονομικής διαχείρισης.

Το να πούμε «δεν γνωρίζω» δεν αποτελεί παραδοχή αποτυχίας. Είναι το πρώτο βήμα για να αποκτήσουμε γνώση και να λαμβάνουμε πιο συνειδητές αποφάσεις.

Να αλλάξουμε τη συζήτηση

Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τα χρήματα. Να μη μιλάμε γι’ αυτά μόνο όταν δεν φτάνουν. Να μη συνδέουμε την αποταμίευση αποκλειστικά με τη στέρηση και την επένδυση με τον φόβο ή την προσδοκία του γρήγορου κέρδους. Να συζητάμε περισσότερο για στόχους, επιλογές, προτεραιότητες και ευθύνη.

Να εξηγούμε στα παιδιά ότι το χρήμα δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι ένα εργαλείο που μπορεί να μας προσφέρει ασφάλεια, περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερη ελευθερία. Να μαθαίνουμε στους νέους ότι δεν έχει σημασία μόνο πόσα χρήματα κερδίζουμε, αλλά και πώς τα διαχειριζόμαστε, πώς τα ξοδεύουμε και τι επιλέγουμε να δημιουργήσουμε με αυτά.

Η οικονομική εκπαίδευση δεν ξεκινά με την πρώτη επένδυση ούτε με την πρώτη επίσκεψη σε μια τράπεζα. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, μέσα στο σπίτι, με απλές και ειλικρινείς συζητήσεις.

Γιατί, όταν μαθαίνουμε να μιλάμε για τα χρήματα χωρίς φόβο, ενοχή ή ντροπή, αρχίζουμε σταδιακά και να τα διαχειριζόμαστε καλύτερα.

Και ίσως τότε τα χρήματα να πάψουν να αποτελούν το θέμα που αποφεύγουμε και να πάρουν τη θέση που πραγματικά τους αναλογεί: να λειτουργούν ως ένα μέσο για να σχεδιάζουμε, με μεγαλύτερη ασφάλεια και ελευθερία, τη ζωή που επιθυμούμε.