Οι Έλληνες ζουν ψηφιακά, αλλά δεν πιστεύουν ότι γίνονται πιο ελεύθεροι
Η σχέση των Ελλήνων με την τεχνολογία χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αντίφαση: τη χρησιμοποιούμε καθημερινά, βασιζόμαστε σε αυτήν περισσότερο από ποτέ, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι μας κάνει να ζούμε καλύτερα.
23/06/2026 | 14:32
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει δυναμικά στην καθημερινότητα, όμως η εμπιστοσύνη παραμένει χαμηλή, η κόπωση αυξάνεται και η αίσθηση συμμετοχής στο μέλλον αποδυναμώνεται. Η νέα έρευνα των IDGC για τη BEYOND 2026 αποτυπώνει τις αντιφάσεις της ψηφιακής εποχής...
Η τεχνολογία έχει πλέον διεισδύσει σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Από την εργασία και την επικοινωνία έως τις τραπεζικές συναλλαγές, την ενημέρωση και την ψυχαγωγία, το smartphone και οι ψηφιακές υπηρεσίες έχουν εξελιχθεί σε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Ωστόσο, η εξοικείωση με την τεχνολογία δεν σημαίνει απαραίτητα και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ή αίσθηση ελευθερίας.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα της έρευνας «Fractures in Thinking», που πραγματοποίησαν οι Industry Disruptors – Game Changers (IDGC) για τη BEYOND 2026. Η μελέτη αποτυπώνει μια κοινωνία που δεν απορρίπτει την τεχνολογία, αλλά ούτε την αντιμετωπίζει ως πανάκεια. Αντίθετα, οι πολίτες φαίνεται να βρίσκονται σε μια συνεχή διαπραγμάτευση με τα οφέλη και τις παρενέργειές της.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι ενδεικτικό της αντίφασης: το 80,4% των Ελλήνων δηλώνει πολύ ή πάρα πολύ εξοικειωμένο με την τεχνολογία, όμως μόλις το 17,8% αισθάνεται ότι αυτή τους κάνει πιο ελεύθερους. Παράλληλα, σχεδόν τρεις στους δέκα (29,2%) περιγράφουν τη σχέση τους με την τεχνολογία με τη φράση «με βοηθά αλλά με εξαντλεί».
Η διαρκής σύνδεση μετατρέπεται σε ψυχολογική πίεση
Η ψηφιακή συνδεσιμότητα έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα νέες υποχρεώσεις. Η έρευνα καταγράφει ότι το 59,4% αισθάνεται πως είναι σχεδόν πάντα διαθέσιμο, ενώ ένας στους δύο πολίτες δηλώνει ότι νιώθει πίεση να απαντά άμεσα στα μηνύματα που λαμβάνει.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 57,6% παραδέχεται πως ελέγχει το κινητό του πολλές φορές μέσα στην ημέρα χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ενώ το 47,2% δεν θυμάται πότε πέρασε για τελευταία φορά μια ολόκληρη ημέρα χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο.
Η ψηφιακή κόπωση, ωστόσο, δεν εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ηλικίες. Οι νεότεροι δηλώνουν ότι εξαντλούνται από την υπερβολική παρουσία των social media, οι εργαζόμενοι ηλικίας 25 έως 44 ετών από τον συνδυασμό επαγγελματικών απαιτήσεων και ψηφιακής παρουσίας, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες βιώνουν περισσότερο την πίεση της συνεχούς προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες.
Το γεγονός ότι μόλις τρεις στους δέκα θεωρούν πως μπορούν να αποσυνδεθούν πραγματικά όταν το θελήσουν δείχνει ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί πλέον απλώς εργαλείο, αλλά ένα μόνιμο περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούμαστε.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε
Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν αφορά μόνο τις συνήθειες, αλλά τον ίδιο τον τρόπο σκέψης.
Σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες (48,8%) αναζητούν πρώτα μια πληροφορία στο κινητό ή στον υπολογιστή πριν προσπαθήσουν να τη θυμηθούν μόνοι τους, ενώ μόλις το 18,6% θυμάται περισσότερους από πέντε τηλεφωνικούς αριθμούς χωρίς βοήθεια.
Παράλληλα, η χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης έχει αποκτήσει μαζικά χαρακτηριστικά. Το 67% χρησιμοποιεί εφαρμογές AI τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και σχεδόν ένας στους τρεις τις αξιοποιεί καθημερινά. Στις ηλικίες 18-24 ετών, το 28,1% δηλώνει ότι στρέφεται πρώτα σε ένα εργαλείο AI όταν αναζητά απαντήσεις.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι πολίτες φαίνεται να θέτουν σαφή όρια στη χρήση της. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούν την AI για αναζήτηση πληροφοριών (49%), μεταφράσεις (29%) ή ακόμη και για συμβουλές σχετικά με θέματα υγείας (26%). Ωστόσο, μόλις το 15% δηλώνει ότι θα εμπιστευόταν την Τεχνητή Νοημοσύνη να λάβει μια απόφαση για λογαριασμό του, ενώ μόλις το 14% θα της ανέθετε ακόμη και τη σύνταξη ενός email.
Επί της ουσίας, οι πολίτες αποδέχονται την AI ως βοηθό, αλλά όχι ως υποκατάστατο της ανθρώπινης κρίσης.

Χρησιμοποιούμε την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά δεν την εμπιστευόμαστε
Ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορά το παράδοξο της εμπιστοσύνης. Παρότι το 67% χρησιμοποιεί εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης σε τακτική βάση, μόλις το 7,2% τα θεωρεί αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης.
Την ίδια στιγμή, το 82% θεωρεί ότι οι αλγόριθμοι επηρεάζουν τις απόψεις μας περισσότερο από όσο αντιλαμβανόμαστε, ενώ το 61% παραδέχεται ότι έχει πιστέψει στο παρελθόν κάποια ψευδή ή παραπλανητική πληροφορία.
Οι μεγαλύτερες ανησυχίες για το μέλλον δεν σχετίζονται αποκλειστικά με την AI. Οι πολίτες θεωρούν ως σημαντικότερη απειλή τα fake news και την παραπληροφόρηση (32%), ακολουθούν η απώλεια προσωπικών δεδομένων (21%) και τα deepfakes (17%).
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η αντίφαση μεταξύ επιρροής και αξιοπιστίας. Τα social media (36,8%) και οι influencers (17%) θεωρούνται οι σημαντικότεροι διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Όταν όμως οι πολίτες καλούνται να δηλώσουν ποιους εμπιστεύονται πραγματικά, επιλέγουν κυρίως τους επιστήμονες (35,8%), ενώ μόλις το 9% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης.
Η εικόνα αυτή αποτελεί σαφές μήνυμα τόσο για τις ψηφιακές πλατφόρμες όσο και για τον χώρο της ενημέρωσης, ο οποίος καλείται να ανακτήσει την αξιοπιστία του μέσα σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης.
Οι πολίτες αισθάνονται θεατές των τεχνολογικών εξελίξεων
Παρά τη μεγάλη εξοικείωση με την τεχνολογία, οι περισσότεροι Έλληνες δεν αισθάνονται ότι συμμετέχουν στη διαμόρφωση του ψηφιακού μέλλοντος. Το 42,8% πιστεύει ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις συμβαίνουν χωρίς τη δική του συμμετοχή, ενώ μόλις το 13,2% θεωρεί ότι συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωσή τους. Οι περισσότεροι εκτιμούν ότι το μέλλον θα καθοριστεί κυρίως από τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης (30,8%) και τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες (29,2%).
Παράλληλα, το 40,8% θεωρεί ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών στον τομέα της καινοτομίας. Ως βασικά εμπόδια αναδεικνύονται το brain drain (38,2%), η περιορισμένη χρηματοδότηση (36,8%) και η γραφειοκρατία (36%).
Κι όμως, μέσα σε αυτή την επιφυλακτικότητα καταγράφεται και μια αισιόδοξη νότα. Σχεδόν επτά στους δέκα συμμετέχοντες δηλώνουν ότι θα ήθελαν να εργαστούν σε ελληνική startup ή τεχνολογική εταιρεία, ενώ στις ηλικίες 18-24 το ενδιαφέρον είναι ακόμη ισχυρότερο, με το 42% να δίνει τη μέγιστη βαθμολογία στην επιθυμία του αυτή.
Η φιλοδοξία υπάρχει, ακόμη κι αν η βεβαιότητα για την επιτυχία παραμένει περιορισμένη
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία, αλλά αν μπορούμε να την εμπιστευτούμε Η έρευνα ολοκληρώθηκε με ένα ιδιαίτερο πείραμα. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν αν πιστεύουν ότι το ίδιο το ερωτηματολόγιο είχε γραφτεί από άνθρωπο ή από Τεχνητή Νοημοσύνη. Μόλις το 40,4% ήταν βέβαιο ότι είχε δημιουργηθεί από άνθρωπο, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν ή πίστευαν ότι το είχε συντάξει η AI.
Το εύρημα αυτό συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλο τη νέα πραγματικότητα. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα γίνει μέρος της ζωής μας. Αυτό έχει ήδη συμβεί. Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν οι κοινωνίες θα μπορέσουν να διαμορφώσουν κανόνες εμπιστοσύνης, διαφάνειας και συμμετοχής, ώστε η τεχνολογία να λειτουργήσει ως εργαλείο ενδυνάμωσης και όχι ως παράγοντας ανασφάλειας. Γιατί όσο η καινοτομία επιταχύνεται, τόσο πιο κρίσιμο γίνεται να μη χαθεί το ανθρώπινο στοιχείο που καλείται να υπηρετήσει.

Σχολιάστε