epixeiro
Triggers

Pay transparency: Ξαφνικά έπαθαν όλοι κρίση ειλικρίνειας, δικαιοσύνης και διαφάνειας;

Η μισθολογική διαφάνεια δεν εξασφαλίζεται μόνο με νέους κανόνες: απαιτεί ουσιαστική αλλαγή κουλτούρας, αντικειμενικά κριτήρια και πραγματική ανάληψη ευθύνης από διοικήσεις και HR.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Pay transparency: Ξαφνικά έπαθαν όλοι κρίση ειλικρίνειας, δικαιοσύνης και διαφάνειας;

Δεν θα μείνω στα αυτονόητα –που αμφιβάλλω αν είναι– περί ανάγκης για δικαιοσύνη στις αμοιβές μεταξύ των δύο φύλων και αλλαγών στον τρόπο που διεξάγονται τα interviews ως προς το αν, τι και πώς πρέπει να διατυπώνονται κάποια πράγματα.

Και αφού δεν είμαι νομικός, δεν θα κάνω καμία ειδική αναφορά στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/970 και τον ν. 5316/2026 που ενσωματώνει την εν λόγω Οδηγία. Όμως, δεν μπορώ και δεν θέλω να αποφύγω μια κριτική ματιά τόσο στα τεκταινόμενα εντός των επιχειρήσεων ή έστω σε μια μερίδα αυτών, όσο και στον ίδιο τον νόμο.

Περιμέναμε τον νομοθέτη για να διορθωθούν κακώς κείμενες πρακτικές;

Αν περιμένουμε να λυθούν θέματα διαφάνειας, αξιοκρατίας και εμπιστοσύνης μέσω της EU Pay Transparency Directive και της ελληνικής νομοθεσίας, έχουμε κάνει κάποιο λάθος. Πρόκειται για παραδοχή αποτυχίας αφού μην έχοντας καταφέρει να δημιουργήσουμε συνθήκες διαφάνειας, ισότητας, δικαιοσύνης, κλπ., περιμένουμε από οδηγίες και νόμους να ρυθμίσουν όσα εμείς έπρεπε να είχαμε ρυθμίσει στα του οίκου μας. Είναι σαν να υποστηρίζουμε ότι «εφόσον εμείς ως διοικήσεις επιχειρήσεων και HR δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στους ρόλους μας, ελάτε εσείς να μας υποχρεώσετε να κάνουμε μεταρρυθμίσεις και αλλαγές». Αυτό μου θυμίζει την παλιά ρήση «σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω» που χρησιμοποιείται  για να στιγματίσει την άτολμη και παθητική στάση, η οποία καλύπτεται πίσω από κάποιον ανώτερο, υποτίθεται, σκοπό ή ηθική αξία.

Επιπλέον παρατηρώ ότι επικρατεί μια χαρμόσυνη, εορταστική θα έλεγα, διάθεση. Συνέδρια, ημερίδες, αναλύσεις, ευχολόγια μια μεγαλοστομίες και βερμπαλισμοί του τύπου «ήλθε επιτέλους η ώρα να υπάρξει διαφάνεια γύρω από τις αμοιβές», «οι εργαζόμενοι χρειάζεται να καταλάβουν το σύστημα  εντός του οποίου λειτουργούν», «χρειαζόμαστε αντικειμενικά, σαφή και διαυγή κριτήρια», «είναι ζητούμενο να μετατρέψουμε τη μισθολογική διαφάνεια σε ουσιαστική πρακτική», «το HR θα πρέπει πλέον να  είναι σε θέση να εξηγεί τις αποφάσεις που παίρνει και τις πολιτικές που σχεδιάζει», «η διαφάνεια θα δημιουργήσει συνθήκες αλλαγής για το πώς οι εργαζόμενοι βλέπουν την επιχείρηση» και πολλές ακόμα παρόμοιες βαρύγδουπες εκφράσεις.

Ένα θέμα που αφορά στις επιχειρήσεις, μετατρέπεται σε θεσμικό και εμείς χαιρόμαστε σαν να ανακαλύψαμε ότι έφτασε επιτέλους η στιγμή να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Το κυρίαρχο ερώτημα είναι: και τι κάναμε μέχρι τώρα; Είτε δεν κάναμε τίποτα επειδή ήμασταν βολεμένοι στο υπάρχον status quo είτε μας άρεσε να πιστεύουμε ότι έχουμε κάνει κάποια πρόοδο και μέναμε με την αίσθηση της –ψευδούς και υποκριτικής–ικανοποίησης ότι κάναμε ένα βήμα μπροστά αντί για δέκα. Σκέφτομαι ότι μπορεί να υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή η οποία θα ήταν, κατά την άποψή μου, και η πιο ειλικρινής. «Κάναμε ελάχιστα πράγματα –και αυτά για το θεαθήναι– γνωρίζοντας ότι θα αναγκαστούμε να σηκώσουμε τα μανίκια όταν μας αναγκάσει ο νόμος».  

«Πιστεύεις ότι με τη νομοθεσία θα υπάρξει διαφάνεια, ισότητα, δικαιοσύνη…»; 

Ξεκάθαρα όχι! Θα  υπάρξουν κάποιες αναγκαίες και επιφανειακές αλλαγές σε διαδικασίες και πολιτικές προκειμένου οι επιχειρήσεις να δείχνουν σύννομες αλλά  κατά βάθος και επί της ουσίας, δεν θα περίμενα κάτι περισσότερο. Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά μένω σε δύο. Πρώτον, αν όντως οι επιχειρήσεις ήθελαν να πράξουν κάτι σοβαρό ως προς το pay transparency, θα το είχαν ήδη πράξει. Δεύτερον, ο νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε όλο του το εύρος. Μας λέει τι προβλέπεται αλλά δεν αναλύει πώς θα ελέγχονται οι επιχειρήσεις διότι ούτε η Επιθεώρηση Εργασίας έχει  τη γνώση να αναλάβει τον ρόλο του auditor, ούτε ο Συνήγορος του Πολίτη έχει τέτοια δυνατότητα. Ακόμα και σε περιπτώσεις καταγγελιών πολιτών, περνάνε μήνες μέχρι να εξετάσει ένα αίτημα και να υπάρξει αντίδραση.

Απλά ερωτήματα που αφορούν στις όποιες αρχές και φορείς: ποιοι θα διαβάσουν, θα κατανοήσουν και θα κρίνουν αν το κριτήρια αμοιβών είναι αντικειμενικά και πως θα το κρίνουν; Πώς θα τα αντιπαραβάλλουν με τις περιγραφές θέσεων εργασίας και τους τίτλους; Και αν αύριο μια επιχείρηση προσθέσει νέους τίτλους με νέα job descriptions, είναι σε θέση οι παραπάνω φορείς να αντιληφθούν αν πρόκειται για πραγματική ή πλασματική διαφοροποίηση;  Πώς θα ελέγχονται οι αλλαγές που περιγράφονται στη διαδικασία προσλήψεων;  Πώς θα διαπιστώνουν αν τα performance appraisals, αν και όπου ισχύουν, τηρούνται, είναι αντικειμενικά και κυρίως πώς συνδέονται –αν συνδέονται–με τα επίπεδα των αμοιβών; Υπάρχει η άνεση, η ευελιξία από την πλευρά των ελεγκτικών αρχών, κάθε φορά που μια επιχείρηση κάνει αλλαγές στις συγκεκριμένες πολιτικές της, να ανταποκρίνονται άμεσα και να ελέγχουν τις νέες διαδικασίες;  Πλήθος ερωτημάτων και πολλές μεταβλητές οι οποίες, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν να ιδωθούν με μια αντικειμενική οπτική.

Ο νέος νόμος δεν θα φέρει ξαφνικά την ισότητα ούτε θα εμφυσήσει μια κουλτούρα αξιοκρατίας. Η διαφάνεια στις αμοιβές –και όχι μόνο– δεν είναι θέμα συμμόρφωσης με ευρωπαϊκές οδηγίες αλλά εταιρικής υπευθυνότητας, με όλη τη σημασία της λέξης. Και όσο οι διοικήσεις χρειάζονται έναν νομοθέτη από πάνω τους για να συμπεριφερθούν με δικαιοσύνη στους ανθρώπους τους, η «κρίση ειλικρίνειας» που παρατηρώ δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από ένα ακόμα επικοινωνιακό πυροτέχνημα.