Στουρνάρας: Στο 3,8% ο πληθωρισμός το 2026
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών από το 2027, ενώ καταγράφει πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και νέα υποχώρηση του δημόσιου χρέους
14/07/2026 | 12:56
14/07/2026 | 13:33
Στο 3,8% αναμένεται να διαμορφωθεί ο πληθωρισμός στην Ελλάδα το 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Η πρόβλεψη δείχνει επιτάχυνση σε σχέση με το 2,9% του 2025, πριν από τη σταδιακή αποκλιμάκωση τα επόμενα χρόνια. Την ίδια στιγμή, η δημοσιονομική εικόνα εμφανίζεται ισχυρή, με αυξημένα πλεονάσματα και σημαντική μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Η εικόνα που περιέγραψε ο Διοικητής της ΤτΕ έχει δύο όψεις. Από τη μία πλευρά, οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν αισθητές, κυρίως λόγω της ενέργειας, των τροφίμων και των υπηρεσιών. Από την άλλη, τα δημόσια οικονομικά συνεχίζουν να υπεραποδίδουν, δημιουργώντας πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο και ενισχύοντας την αξιοπιστία της οικονομίας.
Ο πληθωρισμός ανεβαίνει το 2026
Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,8% το 2026, από 2,9% το 2025. Για το 2027 αναμένεται να υποχωρήσει στο 2,6% και για το 2028 στο 2,3%, καθώς εκτιμάται ότι θα εξασθενήσουν σταδιακά οι πιέσεις από τις τιμές της ενέργειας και των ειδών διατροφής.
Τον Ιούνιο του 2026, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε στο 3,9%, έπειτα από την επιβράδυνση των αυξήσεων στην ενέργεια, στις υπηρεσίες και στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα.
Η μηνιαία αποκλιμάκωση αποτελεί θετική ένδειξη, δεν αναιρεί όμως το γεγονός ότι η μέση ετήσια επίδοση προβλέπεται υψηλότερη από εκείνη του προηγούμενου έτους. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος ζωής και λειτουργίας θα εξακολουθήσει να επηρεάζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσα στο 2026.
Οι πιέσεις δεν έχουν εξαλειφθεί
Η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν συνεπάγεται μείωση των τιμών στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από τις προηγούμενες ανατιμήσεις. Σημαίνει ότι οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό.
Για τις επιχειρήσεις, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι πιέσεις στην ενέργεια, στις πρώτες ύλες, στις μεταφορές και στους μισθούς θα συνεχίσουν να μεταφέρονται στις τελικές τιμές. Για τα νοικοκυριά, η αποκλιμάκωση θα γίνει ουσιαστικά αισθητή μόνο εφόσον συνοδευτεί από σταθερότερες τιμές και ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί σταδιακά από το 2027, χωρίς όμως να προβλέπει άμεση επιστροφή του πληθωρισμού κοντά στο 2% μέσα στο εξεταζόμενο διάστημα.
Πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ
Στον δημοσιονομικό τομέα, η εικόνα είναι αισθητά ισχυρότερη. Μετά την καλή επίδοση του 2024, οι ευνοϊκές εξελίξεις συνεχίστηκαν και το 2025.
Το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης εμφάνισε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, έναντι 1,3% το προηγούμενο έτος. Ακόμη ισχυρότερη ήταν η επίδοση του πρωτογενούς αποτελέσματος, το οποίο διαμορφώθηκε σε ιστορικά υψηλό πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ.
Η επίδοση ξεπέρασε σημαντικά τον στόχο του Προϋπολογισμού, ο οποίος είχε οριστεί στο 3,7% του ΑΕΠ. Η διαφορά αποδίδεται κυρίως στην καλύτερη του αναμενομένου πορεία των δημόσιων εσόδων.
Πού στηρίχθηκε η υπεραπόδοση
Η αύξηση των εσόδων προήλθε ιδιαίτερα από τον ΦΠΑ, τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει την εξέλιξη με τη βελτίωση της φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης, η οποία υποστηρίχθηκε από την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, την ευρύτερη χρήση ψηφιακών εργαλείων και την περαιτέρω εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας.
Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή της συγκράτησης των δημόσιων δαπανών. Η συνετή διαχείρισή τους δημιούργησε πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, επιτρέποντας την υλοποίηση στοχευμένων μέτρων στήριξης από το 2026 και μετά.
Η πρόκληση είναι αυτός ο χώρος να αξιοποιηθεί χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα ή να δημιουργηθούν μόνιμες δαπάνες που δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν μακροπρόθεσμα.
Νέα υποχώρηση του δημόσιου χρέους
Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ συνέχισε την καθοδική του πορεία, υποχωρώντας στο 146,1% το 2025, από 154,2% το 2024.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση του λόγου χρέους μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πτώση αποδίδεται κυρίως στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Η εξέλιξη βελτιώνει την εικόνα βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Το απόλυτο επίπεδο του χρέους, ωστόσο, παραμένει υψηλό. Για τον λόγο αυτό, η συνέχιση της αποκλιμάκωσης εξαρτάται από την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πειθαρχία και την αποφυγή νέων μεγάλων εξωτερικών διαταραχών.
Ισχυρή οικονομία, αλλά με ενεργούς κινδύνους
Η συνολική εικόνα αποτυπώνει μια οικονομία με ισχυρότερα δημόσια οικονομικά, βελτιωμένη φορολογική συμμόρφωση και υποχώρηση του δημόσιου χρέους, αλλά και με πληθωρισμό που παραμένει υψηλότερος από τα επιθυμητά επίπεδα.
Η δημοσιονομική υπεραπόδοση δημιουργεί μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Δεν εξαλείφει όμως τους κινδύνους που συνδέονται με την ενέργεια, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και το κόστος παραγωγής.
Το βασικό μήνυμα της παρέμβασης Στουρνάρα είναι ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει ουσιαστικά τη δημοσιονομική της θέση, αλλά δεν έχει περιθώριο εφησυχασμού. Η πορεία των τιμών, η αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου και η συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους θα καθορίσουν την οικονομική εικόνα της επόμενης διετίας.
Σχολιάστε