Business Know-how

Εργασία: Το νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης

Η νέα ισορροπία στην αγορά εργασίας: Τεχνητή νοημοσύνη, δεξιότητες και το ανθρώπινο πλεονέκτημα. Στην Ελλάδα, η εργασιακή ασφάλεια και οι αποδοχές συνεχίζουν να αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την εργασιακή ικανοποίηση.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Εργασία: Το νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης

Συνεχώς διάφορες έρευνες βλέπουν το φως της δημοσιότητας «προσθέτοντας» έξτρα στοιχεία και προβλέψεις στον δημόσιο διάλογο γύρω από την αγορά εργασίας.

Ηγέτες, επιχειρηματίες HR τμήματα και ειδικοί αποφαίνονται πως τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο. Οι μεγαλύτερης ηλικίας εργαζόμενοι από την άλλη πλευρά παρακολουθούν τις εξελίξεις, ελπίζοντας πως θα καταφέρουν να προσαρμοστούν. 

Τα νεότερα στελέχη λειτουργούν - σχεδόν - αποκλειστικά με τα πιο σύγχρονα εργαλεία, αγνοώντας ίσως πολλές φορές ότι δεν φτάνουν μόνο αυτά...  

Η αγορά εργασίας αλλάζει εκ βάθρων - σε αρκετούς τομείς και κλάδους, όχι όλους - δίχως αμφιβολία. 

Μετασχηματίζεται σε βαθμό που ασκεί πιέσεις τόσο σε εργαζόμενους όσο και επιχειρήσεις ν' αλλάξουν επίσης. Με τρόπο πραγματικό. Ειδάλλως, η μακροημέρευση τους αντίστοιχα δεν θα είναι ρεαλιστικό σενάριο. 

Η ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, η αυτοματοποίηση, οι δημογραφικές αλλαγές και οι οικονομικές πιέσεις αναδιαμορφώνουν το περιβάλλον στο οποίο εργαζόμενοι και επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν.

Τα ευρήματα δύο σημαντικών διεθνών ερευνών - της PwC για την Ελλάδα και της ManpowerGroup σε παγκόσμιο επίπεδο - σκιαγραφούν ένα κοινό συμπέρασμα: το μέλλον της εργασίας δεν θα καθοριστεί αποκλειστικά από την τεχνολογία, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί θα καταφέρουν να συνδυάσουν την τεχνητή νοημοσύνη με το ανθρώπινο δυναμικό.

Οι εργαζόμενοι εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι από ό,τι φοβισμένοι απέναντι στις νέες τεχνολογίες, ωστόσο η μετάβαση συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Από την ανάγκη για νέες δεξιότητες μέχρι την κρίση εμπιστοσύνης στους οργανισμούς και τη μεταβολή των μοντέλων απασχόλησης, το τοπίο της εργασίας αλλάζει με ρυθμούς που λίγοι είχαν προβλέψει πριν από λίγα χρόνια.

Τεχνητή νοημοσύνη: από εργαλείο παραγωγικότητας σε συνεργάτη της εργασίας

Στην Ελλάδα, η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται ακόμη σε σχετικά πρώιμο στάδιο, αλλά τα πρώτα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή. Σύμφωνα με την έρευνα της PwC, περίπου το 43% των εργαζομένων έχει χρησιμοποιήσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 10% τα χρησιμοποιεί καθημερινά, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 2024.

Όσοι χρησιμοποιούν συστηματικά τεχνολογίες generative AI δηλώνουν ότι βλέπουν σημαντικά οφέλη. Η πλειονότητα αναφέρει αύξηση της παραγωγικότητας, μεγαλύτερη δημιουργικότητα και βελτίωση της ποιότητας της εργασίας. Παράλληλα, περισσότεροι από οκτώ στους δέκα πιστεύουν ότι τα επόμενα χρόνια οι επιδράσεις αυτές θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο.

Η εικόνα αυτή συμβαδίζει με τις διεθνείς τάσεις που καταγράφει η έρευνα της ManpowerGroup. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται από ένα απλό εργαλείο υποστήριξης σε ενεργό μέρος των εργασιακών διαδικασιών, με συστήματα και AI agents να συνεργάζονται πλέον με ανθρώπους και μεταξύ τους.

Το μοντέλο αυτό δημιουργεί τις λεγόμενες «υβριδικές υπερ-ομάδες», στις οποίες συνυπάρχουν εργαζόμενοι, ψηφιακά συστήματα και εξωτερικοί συνεργάτες. Οι ομάδες αυτές θεωρούνται από πολλούς αναλυτές το νέο πρότυπο λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι χωρίς δυσκολίες. Ένα σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων αναφέρει ως βασικά εμπόδια το υψηλό κόστος υλοποίησης, ζητήματα ασφάλειας δεδομένων και, κυρίως, τα κενά δεξιοτήτων στο ανθρώπινο δυναμικό.

Παράλληλα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η αυτοματοποίηση χωρίς σαφή στρατηγική μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα λειτουργίας και χαμηλότερη απόδοση. Πολλοί οργανισμοί επενδύουν ήδη σημαντικά στην αυτοματοποίηση, όμως η απουσία επανασχεδιασμού των ρόλων και της συνεργασίας ανθρώπου–AI ενδέχεται να περιορίσει τα οφέλη.

Οι δεξιότητες του μέλλοντος - γιατί η συνεχής μάθηση γίνεται προϋπόθεση επιβίωσης

Η τεχνολογική μετάβαση μεταβάλλει ριζικά και τις δεξιότητες που απαιτεί η αγορά εργασίας.

Στην Ελλάδα, επτά στους δέκα εργαζόμενους εκτιμούν ότι οι περισσότερες από τις σημερινές τους δεξιότητες θα παραμείνουν χρήσιμες τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, λιγότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι ανέπτυξαν νέες δεξιότητες τον τελευταίο χρόνο, γεγονός που αποκαλύπτει ένα σημαντικό κενό μεταξύ των απαιτήσεων της αγοράς και της πραγματικής προετοιμασίας των εργαζομένων.

Ενδεικτικό είναι ότι μόνο περίπου οι μισοί εργαζόμενοι θεωρούν πως έχουν πρόσβαση σε επαρκείς πόρους εκπαίδευσης και ανάπτυξης δεξιοτήτων.

Σε διεθνές επίπεδο, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο εμφανές. Σύμφωνα με την έρευνα της ManpowerGroup, μόλις το 44% των εργαζομένων παγκοσμίως έχει λάβει εκπαίδευση ή αναβάθμιση δεξιοτήτων μέσα στους τελευταίους έξι μήνες.

Η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη, καθώς εκτιμάται ότι έως το 2030 περίπου το 39% των βασικών δεξιοτήτων που απαιτούνται σήμερα θα έχει αλλάξει.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι οι δεξιότητες που αποκτούν μεγαλύτερη αξία δεν είναι μόνο τεχνικές. Αντίθετα, επανέρχονται στο προσκήνιο οι λεγόμενες «ανθρώπινες» δεξιότητες, όπως:

  • η επίλυση προβλημάτων
  • η δημιουργικότητα
  • η κριτική σκέψη
  • η ενσυναίσθηση
  • η επικοινωνία
  • η ηθική κρίση

Οι δεξιότητες αυτές θεωρούνται δύσκολο να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη και αποτελούν το βασικό στοιχείο συνεργασίας μεταξύ ανθρώπων και ψηφιακών συστημάτων.

Την ίδια στιγμή, η γνώση γύρω από τη λειτουργία της τεχνητής νοημοσύνης - η λεγόμενη AI literacy - μετατρέπεται σε βασική προϋπόθεση επαγγελματικής εξέλιξης. Η ικανότητα διατύπωσης σωστών εντολών προς τα συστήματα AI, αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους και υπεύθυνης χρήσης των εργαλείων αυτών θα αποτελέσει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τους εργαζομένους της επόμενης δεκαετίας.

Εμπιστοσύνη, ασφάλεια και νέες ισορροπίες στην εργασία

Παρά την τεχνολογική πρόοδο, τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους παραμένουν σε μεγάλο βαθμό διαχρονικά.

Στην Ελλάδα, η εργασιακή ασφάλεια και οι αποδοχές συνεχίζουν να αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την εργασιακή ικανοποίηση. Η πλειονότητα των εργαζομένων θεωρεί την οικονομική σταθερότητα βασική προϋπόθεση για τη δέσμευση και την παραγωγικότητα.

Η οικονομική κατάσταση φαίνεται να επηρεάζει άμεσα και την εμπιστοσύνη στο εργασιακό περιβάλλον. Οι εργαζόμενοι που αισθάνονται οικονομικά ασφαλείς εμφανίζονται πιο θετικοί απέναντι στην εργασία τους, πιο περήφανοι για τον ρόλο τους και περισσότερο πρόθυμοι να συμβάλουν πέρα από τα βασικά τους καθήκοντα.

Παράλληλα, η εμπιστοσύνη προς τη διοίκηση παρουσιάζει διαφοροποιήσεις. Οι εργαζόμενοι δηλώνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον άμεσο προϊστάμενο παρά στην ανώτατη διοίκηση, ενώ οι νεότερες γενιές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές στο να εκφράζουν ανοιχτά τις απόψεις τους.

Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη διεθνή τάση. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η έρευνα της ManpowerGroup καταγράφει έντονη κρίση εμπιστοσύνης στους οργανισμούς, με μεγάλο ποσοστό εργαζομένων να θεωρεί ότι οι επιχειρηματικοί ηγέτες δεν είναι πάντα διαφανείς απέναντι στους εργαζομένους.

Την ίδια στιγμή, νέες μορφές απασχόλησης κερδίζουν έδαφος. Εκτιμάται ότι έως το 2027 σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού στις ανεπτυγμένες οικονομίες θα απασχολείται σε πιο ευέλικτες ή προσωρινές μορφές εργασίας.

Παράλληλα, η αγορά εργασίας αντιμετωπίζει και σημαντικές δημογραφικές προκλήσεις. Η γήρανση του εργατικού δυναμικού, η απώλεια εμπειρίας από την αποχώρηση έμπειρων εργαζομένων και το μειωμένο ενδιαφέρον των νεότερων γενεών για ηγετικούς ρόλους δημιουργούν ένα νέο τοπίο για τις επιχειρήσεις.

Το μέλλον της εργασίας θα είναι ανθρώπινο - όχι μόνο τεχνολογικό

Τα ευρήματα των δύο ερευνών συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη εργασία, αλλά την μετασχηματίζει.

Οι επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να αξιοποιήσουν την τεχνολογία χωρίς να παραμελήσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους θα είναι εκείνες που θα αποκτήσουν το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Για τους εργαζόμενους, το μήνυμα είναι εξίσου σαφές. Η προσαρμοστικότητα, η συνεχής μάθηση και η ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων αποτελούν πλέον βασική προϋπόθεση επαγγελματικής ασφάλειας.

Για τις επιχειρήσεις, η πρόκληση είναι διπλή: να επενδύσουν τόσο στην τεχνολογία όσο και στους ανθρώπους τους, δημιουργώντας εργασιακά περιβάλλοντα που ενισχύουν την εμπιστοσύνη, τη συνεργασία και την ανάπτυξη.

Σε μια εποχή όπου οι αλγόριθμοι αναλαμβάνουν όλο και περισσότερες λειτουργίες, το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα φαίνεται ότι παραμένει το ίδιο: ο άνθρωπος και οι δεξιότητές του.

Ο παλμός της κοινωνίας - Τεχνητή Νοημοσύνη: Περιέργεια, ελπίδα και φόβος. Πώς βλέπουν οι Έλληνες το νέο τεχνολογικό κύμα

Από την άλλη πλευρά είναι άξια αναφοράς μια αποτύπωση των τελευταίων δεδομένων σε κοινωνικό επίπεδο όσον αφορά την ελληνική κοινωνία. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει εισέλθει δυναμικά στην καθημερινότητα των πολιτών, αλλά η ελληνική κοινωνία φαίνεται να τη βλέπει με ένα μίγμα ενδιαφέροντος, προσδοκιών και έντονων επιφυλάξεων. Η νέα πανελλαδική έρευνα της διαΝΕΟσις αποτυπώνει μια κοινωνία που παρακολουθεί προσεκτικά την τεχνολογική εξέλιξη, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαμορφώσει μια ενιαία στάση απέναντί της.

Το πρώτο και ίσως πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον άγνωστη έννοια για τους Έλληνες. Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών δηλώνει ότι έχει τουλάχιστον ακούσει για την τεχνολογία, ενώ περίπου οκτώ στους δέκα υποστηρίζουν ότι γνωρίζουν τι είναι η AI. Αυτό δείχνει ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη περάσει από το στάδιο της απλής περιέργειας σε μια πιο ώριμη φάση κοινωνικής επίγνωσης.

 

 

Παρά τη μεγάλη εξοικείωση, η στάση των πολιτών παραμένει σύνθετη. Από τη μία πλευρά, οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη σε κρίσιμους τομείς της ζωής. Οι επιστήμες, η επιχειρηματικότητα και η παραγωγικότητα θεωρούνται τα πεδία όπου η τεχνολογία θα φέρει τις μεγαλύτερες αλλαγές, ενώ σημαντικές προσδοκίες καταγράφονται και για την εκπαίδευση, την προστασία του περιβάλλοντος αλλά και την άμυνα.

Η αισιοδοξία αυτή συνδέεται με την αντίληψη ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση σύνθετων προβλημάτων, να βελτιώσει τη λήψη αποφάσεων και να ενισχύσει τη δημιουργικότητα. Πολλοί πολίτες πιστεύουν ότι οι νέες τεχνολογίες μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την αύξηση της παραγωγικότητας και την ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων στην οικονομία.

Ωστόσο, δίπλα στις προσδοκίες συνυπάρχουν έντονοι φόβοι. Οι πολίτες εκφράζουν σημαντικές ανησυχίες για τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης σε κρίσιμες πτυχές της κοινωνικής ζωής. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή προβληματισμού, καθώς περίπου επτά στους δέκα θεωρούν ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση σε αυτόν τον τομέα.

Παράλληλα, ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών φοβάται ότι η AI θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία της δημοκρατίας ή ακόμη και τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης. Η ανησυχία αυτή αντανακλά μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στις μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές, ιδιαίτερα όταν αυτές συνδέονται με την επεξεργασία πληροφοριών και τη λήψη αποφάσεων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κοινωνική διάσταση των φόβων. Πολλοί Έλληνες εκτιμούν ότι η αυξανόμενη εξάρτηση από την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις, να μειώσει την εξωστρέφεια και να αποδυναμώσει τη συναισθηματική σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων. Άλλοι εκφράζουν την ανησυχία ότι η υπερβολική χρήση της τεχνολογίας μπορεί να περιορίσει την κριτική σκέψη.

Η έρευνα καταγράφει, επίσης, μια ενδιαφέρουσα κοινωνική στάση: οι Έλληνες δεν απορρίπτουν την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά ζητούν σαφείς κανόνες και όρια στη χρήση της. Η ανάγκη για ρυθμιστικό πλαίσιο εμφανίζεται ως κοινός παρονομαστής, υποδηλώνοντας ότι οι πολίτες επιθυμούν να αξιοποιηθούν τα οφέλη της τεχνολογίας χωρίς να διακυβεύονται βασικές αξίες και δικαιώματα.

Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας κοινωνίας που βρίσκεται ανάμεσα στην προσδοκία και την επιφυλακτικότητα. Η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως ευκαιρία και ως πρόκληση. Οι πολίτες αναγνωρίζουν τη δυναμική της, αλλά παραμένουν προσεκτικοί απέναντι στις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες που μπορεί να φέρει.