Food for Thought

Οικονομία: «Aτμομηχανή» τo Ταμείο Ανάκαμψης - επενδύσεις, χρέος και κίνδυνοι

Η ελληνική οικονομία παραμένει σε θετική τροχιά όμως το 2026 είναι έτος crash test για τα έργα μέσω ΤΑΑ - Συνθήκες έντονης μεταβλητότητας δημιουργούνται από την υψηλή και εντεινόμενη αβεβαιότητα στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Οικονομία: «Aτμομηχανή» τo Ταμείο Ανάκαμψης - επενδύσεις, χρέος και κίνδυνοι

Η ελληνική οικονομία διατηρεί την ισχυρή της αναπτυξιακή δυναμική, υποστηριζόμενη από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, βιώσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα και συνεχή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Σημαντικό στοιχείο - που ελλοχεύει όμως και κινδύνους - είναι το γεγονός πως η Ελλάδα παραμένει από τους βασικούς δικαιούχους του προγράμματος Next Generation EU, αναμένοντας συνολικό ποσό σχεδόν ίσο με το 20% του ΑΕΠ της του 2021, μέσω συνδυασμού επιχορηγήσεων και δανείων.

Υπενθυμίζεται πως το ΑΕΠ της χώρας το 2021, μια χρονιά που υπήρχε ακόμη COVID, με lockdowns αν και είχει ξεπεραστεί σε ένα βαθμό το αρχικό σοκ, ανήλθε στα 181,67 δισ. ευρώ 

Αυτό περιγράφει για την ελληνική οικονομία σε τελευταία της ανάλυση η Allianz Trade, υπογραμμίζοντας πως σταθερή ανάκαμψη και ρεκόρ επενδύσεων οδηγούν την οικονομία μπροστά.

Σε υψηλό 16ετίας οι επενδύσεις 

Η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε ισχυρή το 2025, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση κατά το τρίτο τρίμηνο. Αυτό σηματοδοτεί το δέκατο έβδομο συνεχόμενο τρίμηνο κατά το οποίο η Ελλάδα υπεραποδίδει σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, επιβεβαιώνοντας τη διατηρούμενη ισχύ της εγχώριας ζήτησης.

Κύριος μοχλός ανάπτυξης υπήρξε η έντονη ανάκαμψη των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τις κατασκευές. Η διαρκής ενίσχυση των επενδύσεων αύξησε το μερίδιό τους στο ΑΕΠ στο 18,4%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών - ένα σημαντικό ορόσημο στη μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας προς πιο παραγωγική και επενδυτικά καθοδηγούμενη ανάπτυξη.

Η επιτάχυνση των επενδύσεων αντανακλά τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, την υλοποίηση έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και τη δυναμική δραστηριότητα στους κλάδους των κατασκευών και των υποδομών. Αυτές οι εξελίξεις ενισχύουν την ανοδική πορεία της οικονομίας. Εκτιμάται, ότι το ΑΕΠ αυξήθηκε λίγο κάτω από 2,0% το 2025, με οριακά μικρή μείωση να αναμένεται το 2026.

Ο "παγκόσμιος κίνδυνος χώρας" βελτιώθηκε το 2025 

Μέσα σε ένα έτος μεγάλων εμπορικών εντάσεων και πολλαπλών κινδύνων (πολιτικών, γεωπολιτικών και δημοσιονομικών), η Allianz Trade διαπιστώνει ότι ο παγκόσμιος κίνδυνος χώρας βελτιώθηκε το 2025: 36 αξιολογήσεις αναβαθμίστηκαν, ενώ μόλις 14 υποβαθμίστηκαν. Η τάση αυτή αντικατοπτρίζει τους δημοσιονομικούς, νομισματικούς και εμπορικούς μηχανισμούς προσαρμογής που ενισχύονται σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας. Οι 36 οικονομίες με βελτίωση περιλαμβάνουν την Αργεντινή, το Εκουαδόρ, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Τουρκία και το Βιετνάμ.

«Το 2025, οι αναβαθμίσεις καθοδηγήθηκαν κυρίως από ισχυρότερα μακροοικονομικά θεμελιώδη μεγέθη, υποστηριζόμενα από πιο ευνοϊκές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές. Στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος, η βελτιωμένη πολιτική σταθερότητα, η αποπληθωριστική πορεία και η ενισχυμένη εμπορική επίδοση αύξησαν την ανθεκτικότητα σε όλη την Ευρώπη (ιδίως στη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία) και στην περιοχή Ασίας–Ειρηνικού», αναφέρει η Ana Boata, Επικεφαλής Οικονομικής Έρευνας της Allianz Trade.

S&P: Παραμένει ανθεκτική η ελληνική οικονομία - Ποιος είναι ο "αδύναμος κρίκος"

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο 2026 με σημαντικά ενισχυμένα θεμέλια, έχοντας αφήσει πίσω της την περίοδο έντονης ευαλωτότητας, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της S&P Global Ratings για τις προοπτικές Ελλάδας και Κύπρου. Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι η χώρα εμφανίζει πλέον χαρακτηριστικά μεγαλύτερης σταθερότητας, διατηρώντας θετικές αναπτυξιακές προοπτικές, παρά τις υφιστάμενες διαρθρωτικές προκλήσεις.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια, με την ανάπτυξη να διαμορφώνεται στο 2,3% το 2026, στο 2% το 2027 και στο 1,9% τα επόμενα έτη. Την ίδια στιγμή, η ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα κινηθεί με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, μεταξύ 1,2% και 1,5%, γεγονός που υπογραμμίζει τη βελτιωμένη δυναμική της ελληνικής οικονομίας.

 

 

Σταθεροποίηση με πρόοδο, αλλά αργή σύγκλιση εισοδήματος

Παρά τη θετική πορεία της οικονομίας, η σύγκλιση του εισοδήματος με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει αργή. Το ΑΕΠ ανά κάτοικο εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά της ευρωζώνης, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ανάπτυξη, αν και σταθερή, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί πλήρως σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Στο δημοσιονομικό πεδίο, ωστόσο, η εικόνα είναι σαφώς βελτιωμένη. Τα ελλείμματα έχουν περιοριστεί σημαντικά από το 2021 και μετά, ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή εξελίσσεται ταχύτερα σε σύγκριση με πολλές χώρες της ευρωζώνης, ενισχύοντας την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Παράλληλα, το δημόσιο χρέος ακολουθεί καθοδική πορεία, αν και η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό χρέους ως προς το ΑΕΠ στην ευρωζώνη. Ωστόσο, η διατήρηση ισχυρού ταμειακού αποθέματος λειτουργεί ως σημαντικό δίχτυ ασφαλείας για τη δημοσιονομική σταθερότητα τα επόμενα χρόνια.

Ο «αδύναμος κρίκος» και οι διαρθρωτικές προκλήσεις

Η μεγαλύτερη πρόκληση εντοπίζεται στο εξωτερικό ισοζύγιο, καθώς η Ελλάδα εμφανίζει υψηλό καθαρό εξωτερικό χρέος και επίμονα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία αναμένεται να συνεχιστούν έως το 2028. Παράλληλα, η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια παραμένει έντονη, με τα ορυκτά καύσιμα να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών αναγκών της χώρας.

Την ίδια στιγμή, ο τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης, με τις αφίξεις να ξεπερνούν τα 35 εκατομμύρια το 2025, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του κλάδου ως βασικού μοχλού ενίσχυσης της οικονομίας.

Συνολικά, η S&P καταγράφει μια οικονομία που έχει ενισχύσει την ανθεκτικότητά της και κινείται σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης, επισημαίνοντας όμως ότι η αντιμετώπιση των εξωτερικών ανισορροπιών και η ενίσχυση της παραγωγικότητας θα αποτελέσουν κρίσιμους παράγοντες για τη μακροπρόθεσμη σύγκλιση με την ευρωζώνη.

Ο χρησμός της Κομισιόν για το δημόσιο χρέος: Πρόοδος με όρους και αβεβαιότητες

Παρά τη σταθερή αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών, το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη δημοσιονομική πρόκληση της χώρας, καθώς παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εκτιμάται ότι θα διατηρήσει αυτό το χαρακτηριστικό έως και το 2036. Αυτό επισημαίνει η τελευταία έκθεση βιωσιμότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία, παρά τη βελτίωση των βασικών δεικτών, υπογραμμίζει ότι οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι παραμένουν σημαντικοί.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Κομισιόν, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, φθάνοντας περίπου στο 124% έως το 2036. Ωστόσο, το επίπεδο αυτό παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, γεγονός που διατηρεί τη χώρα μεταξύ των κρατών με τον μεγαλύτερο δημοσιονομικό κίνδυνο στην Ευρώπη. Η αποκλιμάκωση βασίζεται στην υπόθεση διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 1,8% του ΑΕΠ, μια επίδοση που η ίδια η Επιτροπή χαρακτηρίζει «φιλόδοξη» σε σχέση με την ιστορική εμπειρία της ελληνικής οικονομίας.

 

 

Η ανάπτυξη και τα επιτόκια θα κρίνουν την επόμενη ημέρα

Η βιωσιμότητα του χρέους συνδέεται άμεσα με την πορεία της ανάπτυξης και το κόστος δανεισμού. Σε δυσμενή σενάρια, όπως χαμηλότερη ανάπτυξη ή αύξηση των επιτοκίων, το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να παραμείνει έως και 10 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τις βασικές προβλέψεις έως το 2036. Η αβεβαιότητα αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια νέα φάση μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026, όταν η εξωτερική χρηματοδοτική στήριξη θα περιοριστεί.

Παρά τους κινδύνους, η τρέχουσα εικόνα παρουσιάζει σημαντικά θετικά στοιχεία. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί στο 138,2% το 2026, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2010, συνεχίζοντας για έκτο συνεχόμενο έτος την ταχύτερη αποκλιμάκωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στην ισχυρή ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη βελτιωμένη δημοσιονομική διαχείριση.

Ωστόσο, η ουσία της πρόκλησης δεν βρίσκεται μόνο στη μείωση του δείκτη, αλλά στη διατηρησιμότητά του. Το υψηλό επίπεδο χρέους εξακολουθεί να καθιστά την ελληνική οικονομία ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς, όπως αυξήσεις επιτοκίων ή επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, αλλά το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αξιοπιστίας και σταθερότητας για την οικονομία για πολλά ακόμη χρόνια.

Στις ασφαλέστερες οικονομίες η Ελλάδα, σύμφωνα με την Coface

Την ίδια ώρα, η ετήσια έκθεση country risk της Coface για το 2026 αναδεικνύει Ελλάδα και Κύπρο ως «νησίδες» χαμηλού ρίσκου σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική ένταση, μακροοικονομική αβεβαιότητα και αυξανμένους κοινωνικούς κραδασμούς. 

Ειδικότερα, η Ελλάδα διατηρείται στη βαθμίδα «Α4», ενώ η Κύπρος αναβαθμίζεται σε «Α3», μία από τις μόλις έξι χώρες παγκοσμίως που βλέπουν βελτίωση αξιολόγησης. Για την Ελλάδα, η Coface προσδιορίζει ως δυνατά σημεία:

  • Την άφθονη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική στήριξη
  • Τον ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια ναυτιλία
  • Τον ισχυρά αναπτυσσόμενο τουριστικό κλάδο
  • Την εξυγίανση και ενίσχυση των ισολογισμών των τραπεζών
  • Την ταχεία βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος
  • Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους βρίσκεται σε δημόσιους πιστωτές, με χαμηλά σταθερά επιτόκια και μέση διάρκεια λίγο κάτω από τα 20 έτη, καθώς και την ύπαρξη σημαντικών ταμειακών διαθεσίμων
  • Τον δυνητικό στρατηγικό ρόλο της χώρας, ως κόμβος για τον ευρωπαϊκό ενεργειακό εφοδιασμό, ιδίως για αμερικανικό LNG

Στον αντίποδα, οι αδυναμίες που εντοπίζει η Coface για την Ελλάδα είναι:

 

 

  • Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, που έχει οδηγήσει σε σημαντικές δημοσιονομικές περικοπές, ιδίως μέσω υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης, εις βάρος της οικονομικής ανάπτυξης και του πληθυσμού
  • Τις διαρκείς εντάσεις με την Τουρκία
  • Την υποανάπτυκτη και ανεπαρκώς διαφοροποιημένη βιομηχανική βάση, τη χαμηλή παραγωγικότητα, την υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό και τη ναυτιλία (που αντιστοιχούν σε 19% και 8% του ΑΕΠ αντίστοιχα)
  • Την υποβάθμιση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών και υποδομών έπειτα από χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής, τη δυσκινησία σε επίπεδο γραφειοκρατίας και δικαστικού συστήματος, και τη διαφθορά
  • Την υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές αγαθών και υδρογονανθράκων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακας αντιστοιχούν στο 80% του ενεργειακού μείγματος)
  • Τη συχνή έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα μεγάλες πυρκαγιές και ξηρασίες
  • Τη δημογραφική συρρίκνωση, καθώς ο χαμηλός αριθμός γεννήσεων και η γήρανση του πληθυσμού ασκούν πίεση στο εργατικό δυναμικό και αποσταθεροποιούν το κοινωνικό σύστημα, ενώ την ίδια στιγμή η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό παραμένει χαμηλή (45%).

Σε διεθνές επίπεδο: Οι εκτεταμένες βελτιώσεις αποκρύπτουν επίμονα μεσοπρόθεσμα ρίσκα για τις επιχειρήσεις

Επιστρέφοντας στην έρευνα της Allianz Trade και δη στην εικόνα που επικρατεί γύρω από τις επιχειρήσεις, τις δυσκολίες και τα εμπόδια σε διεθνές επίπεδο που αντιμετωπίζουν αποτυπώνεται πως αν και ο αριθμός των υποβαθμίσεων (των χωρών) φαίνεται περιορισμένος, έχει σχεδόν τριπλασιαστεί σε σχέση με το 2024 (από 5 σε 14). 

Επιπλέον, σημαντικές οικονομίες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και οι ΗΠΑ συγκαταλέγονται στη λίστα, υπογραμμίζοντας τα επίμονα μεσοπρόθεσμα εμπόδια για τις επιχειρήσεις.

«Παρά τη γενική ενίσχυση της ανθεκτικότητας, θύλακες υψηλού κινδύνου εξακολουθούν να υφίστανται σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες. Πέρυσι, είδαμε επιδείνωση του μεσοπρόθεσμου μακροοικονομικού περιβάλλοντος σε 7 αγορές, σε σύγκριση με 18 που σημείωσαν βελτίωση. Ωστόσο, οι επιδεινούμενες αγορές περιλαμβάνουν το Βέλγιο, τη Βραζιλία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ — οικονομίες που αντιπροσωπεύουν περίπου το 1/3 του παγκόσμιου ΑΕΠ, δηλαδή δεκαπλάσιο μέγεθος από εκείνο των χωρών που βελτιώθηκαν.
Η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να διανύει μια από τις πιο ταραχώδεις περιόδους των τελευταίων δεκαετιών. Η αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη και οι επιχειρήσεις καλούνται να υιοθετήσουν μια επιλεκτική, εξατομικευμένη ανά χώρα προσέγγιση, ώστε να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους, προστατεύοντας παράλληλα τα περιουσιακά τους στοιχεία. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για λεπτομερή, προσανατολισμένη στο μέλλον διαχείριση κινδύνου, που υπερβαίνει τους γενικούς δείκτες αξιολόγησης. Η σταθερή παρακολούθηση των συνθηκών μεταφοράς, των δημοσιονομικών τάσεων και των εμπορικών κινδύνων είναι απαραίτητη για την έγκαιρη πρόβλεψη των κρίσιμων σημείων αλλαγής», καταλήγει η Aylin Somersan Coqui, CEO της Allianz Trade.