Food for Thought

Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της αβεβαιότητας

Ένα δοκίμιο τεχνολογίας και φιλοσοφίας και μία πυξίδα που ονειρεύεται να γίνει καπετάνιος.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της αβεβαιότητας

Σήμερα, οι αλγόριθμοι προβλέπουν αγορές, ρίσκα και καταναλωτικές συμπεριφορές με ακρίβεια που κάποτε θα φαινόταν αδιανόητη και θεόσταλτη. Μερικές φορές φαίνεται ότι σε ξέρουν καλύτερα κι από εσένα -και μεταξύ μας, μάλλον σε ξέρουν. Αλλά αυτό φαίνεται πως είναι μόνο η πρόγευση.

Το μέλλον δεν προβλέπεται πια, δεν μας χτυπάει την πόρτα, απλά ανοίγει και μπαίνει μέσα, κάθεται στον καναπέ μας βάζει τις παντόφλες μας και μας εξηγεί τι θα γίνει, σαν να έχει ήδη δει το τέλος της ταινίας.  

Η τεχνητή νοημοσύνη αναλύει ταχύτερα από τον ανθρώπινο νου, οι κβαντικοί υπολογιστές υπόσχονται να ενισχύσουν νευρωνικά δίκτυα με υπολογιστική ισχύ που υπερβαίνει τα σημερινά όρια, ενώ τα εμφυτεύματα εγκεφάλου επιχειρούν να μετατρέψουν τη σκέψη σε μετρήσιμο δεδομένο. Η ιδέα ότι κάποτε η συνείδηση θα μπορούσε να αποτυπωθεί ψηφιακά δεν ακούγεται πλέον ως κάτι μεταφυσικό αλλά ως τεχνολογικό project με ορίζοντα χρηματοδότησης. 

Η Παράδοση της Απόφασης στη Μηχανή 

Και όμως, όσο αυξάνεται η ισχύς των συστημάτων, τόσο πιο έντονο γίνεται το ερώτημα της ευθύνης. Παραδινόμαστε στην AI πιο γρήγορα κι από τους Δανούς στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίς διαπραγμάτευση, χωρίς να εξετάσουμε τους όρους, και στη συνέχεια της ζητάμε να αποφασίσει για εμάς, σαν να επιθυμούμε βαθιά να απαλλαγούμε από το βάρος της επιλογής. Η τεχνολογία γίνεται η νέα αυθεντία, όχι επειδή κατανοεί τον κόσμο, αλλά επειδή υπολογίζει καλύτερα τις πιθανότητες. 

Σε ένα σοκάκι του Σαν Φρανσίσκο, η Neuralink του Elon Musk δοκιμάζει εμφυτεύματα που επιτρέπουν σε ανθρώπους με κινητικές δυσκολίες να χειρίζονται υπολογιστές μόνο με τη σκέψη τους. Η σύνδεση ανθρώπου και μηχανής δεν είναι πλέον θεωρητική υπόθεση, είναι βιοτεχνολογική πραγματικότητα σε εξέλιξη. Όταν όμως η σκέψη μετατρέπεται σε σήμα και το σήμα σε δεδομένο, τι ακριβώς μεταφέρεται; Είναι η μνήμη απλώς ένα σύνολο ηλεκτροχημικών μοτίβων; Είναι ο άνθρωπος το άθροισμα των νευρωνικών του συνδέσεων; 

Συσχέτιση ή Κατανόηση; Το Όριο των Νευρωνικών Δικτύων 

Τα τεχνητά νευρωνικά δίκτυα σχεδιάστηκαν ως μίμηση του ανθρώπινου εγκεφάλου, όπου κάθε «νευρώνας» ενεργοποιείται βάσει συσχετίσεων και στατιστικών βαρών. Μαθαίνουν με machine και deep learning αναγνωρίζοντας μοτίβα μέσα σε τεράστιους όγκους δεδομένων, βελτιστοποιώντας συνεχώς την πρόβλεψη. Ωστόσο λειτουργούν με βάση ό,τι ήδη έχει υπάρξει. Συνδυάζουν, ανασυνδυάζουν και υπολογίζουν πιθανότητες, όμως δεν βιώνουν και δεν αισθάνονται το κόστος τους. Ακόμη και αν αύριο αποκτήσουν κβαντική επιτάχυνση, θα συνεχίσουν να λειτουργούν μέσω συσχετίσεων. Μπορούν να μας πουν τι σχετίζεται με κάτι, όχι απαραίτητα γιατί αυτό το κάτι υπάρχει. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην ιατρική. Ήδη τα συστήματα μηχανικής μάθησης εντοπίζουν καρκινικούς όγκους σε πρώιμα στάδια, συσχετίζουν γονιδιακές μεταλλάξεις με ασθένειες και προβλέπουν κινδύνους με εντυπωσιακή ακρίβεια. Αν αύριο εξαφανιστεί ο καρκίνος, όπως αισιόδοξα προβλέπεται από ορισμένους τεχνολογικούς οραματιστές, θα οφείλεται εν μέρει σε αυτή τη δύναμη συσχέτισης. Ωστόσο το να γνωρίζουμε τι σχετίζεται με μια ασθένεια δεν ισοδυναμεί πάντα με το να κατανοούμε το πως γεννιέται και γιατί υπάρχει. Η αιτιότητα είναι θα λέγαμε πιο πεισματάρα κι από ένα τετράχρονο παιδί που ρωτά «γιατί» μέχρι να εξαντλήσει την υπομονή όλου του σύμπαντος και φυσικά δεν συγκινείται με συσχετίσεις. Μπορεί λοιπόν η στατιστική να σου δείχνει με ακρίβεια τι συμβαίνει μαζί με τι, όμως η αιτιότητα επιμένει να μάθει τι γεννά τι. 

Το Υπαρξιακό Τίμημα της Παντογνωσίας 

Αν λοιπόν η τεχνολογία φτάσει στο σημείο να προβλέπει, να διορθώνει και να επεκτείνει τη ζωή, το επόμενο ερώτημα δεν είναι τεχνικό αλλά υπαρξιακό. Αν όλοι γνωρίζαμε τα πάντα και μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα τέλεια, αν ο χρόνος έπαυε να είναι περιορισμένος και η διάρκεια γινόταν απεριόριστη, τι θα σήμαινε αυτό για την ένταση της ύπαρξης; Θα υπήρχε πραγματικός ανταγωνισμός ή το αποτέλεσμα θα ήταν απλώς ζήτημα υπομονής; Θα είχε νόημα η καινοτομία αν καμία αποτυχία δεν ήταν οριστική; Θα είχε νόημα ο χρόνος, αν δεν διακυβευόταν τίποτα; Ίσως τελικά δεν «προγραμματιστήκαμε» για να τα ξέρουμε όλα. Η ανθρώπινη συνθήκη βασίζεται σε μια βιώσιμη άγνοια. Γνωρίζουμε αρκετά ώστε να επιβιώσουμε, να δημιουργήσουμε και να επιλέξουμε. Αν γνωρίζαμε τα πάντα, δεν θα υπήρχε ρίσκο. Χωρίς ρίσκο δεν υπάρχει διαφοροποίηση. Χωρίς διαφοροποίηση δεν υπάρχει καινοτομία. Θα ήμασταν όλοι ίδιοι, πλήρως ενημερωμένοι και απολύτως προβλέψιμοι. Η αβεβαιότητα δεν είναι τεχνικό σφάλμα της ανθρώπινης φύσης αλλά ίσως η ίσως η προϋπόθεση της δημιουργίας. Η επιλογή αποκτά βάρος ακριβώς επειδή υπάρχει τέλος. Η απόφαση αποκτά σημασία επειδή αποκλείει άλλες πιθανότητες. Αν αφαιρέσουμε το τέλος στο όνομα της αθανασίας, ίσως αφαιρέσουμε μαζί του και την ένταση που χαρίζει στο παρόν τη μοναδικότητά του. Χωρίς χρονικό όριο, η στιγμή παύει να είναι ανεπανάληπτη και μετατρέπεται σε ατέρμονη επανάληψη. Και τότε δεν θα ζούμε πραγματικά, απλώς θα κατοικούμε επ’ αόριστον μέσα σε ένα ανθρώπινο σκάφανδρο, παρατείνοντας τη διάρκεια αλλά χάνοντας το νόημα.  

Η Τελευταία Γραμμή Άμυνας 

Η AI μοιάζει όλο και περισσότερο με πυξίδα που φιλοδοξεί να γίνει καπετάνιος. Δείχνει κατεύθυνση με ακρίβεια που εντυπωσιάζει, φωτίζει σενάρια που διαφορετικά θα αγνοούσαμε, αλλά δεν γνωρίζει γιατί ταξιδεύουμε ούτε τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε. Δεν βιώνει την αγωνία και δεν παθαίνει κρίσεις πανικού πριν από μια οριακή απόφαση, ούτε το βάρος της ευθύνης όταν το αποτέλεσμα αποδειχθεί λανθασμένο. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η τελευταία μας άμυνα απέναντι στην πανίσχυρη μηχανή. Το γεγονός ότι, παρά την τεχνολογική επιτάχυνση, το βάρος της απόφασης παραμένει αδιαίρετα ανθρώπινο. Όσο κι αν επεκτείνουμε τη σκέψη μας μέσα από αλγορίθμους, όσο κι αν ονειρευτούμε ψηφιακές εκδοχές του εαυτού μας, η στιγμή που κάποιος θα πρέπει να πει «αναλαμβάνω την ευθύνη» δεν θα ανήκει σε κώδικα, αλλά σε συνείδηση.