epixeiro
Food for Thought

Ναυπηγεία στην Ελλάδα: Πώς η χώρα θα γίνει πραγματικό περιφερειακό hub

Η Ελλάδα απορροφά λιγότερο από το 1% του διαθέσιμου όγκου εργασιών συντήρησης πλοίων παγκοσμίως, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπάρχει σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Ναυπηγεία στην Ελλάδα: Πώς η χώρα θα γίνει πραγματικό περιφερειακό hub

Η παγκόσμια ναυπηγική βιομηχανία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Η μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας, η ταχεία ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και οι αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις μεταβάλλουν ριζικά τους όρους του διεθνούς ανταγωνισμού.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η αξία δεν παράγεται πλέον μόνο από τη δυνατότητα κατασκευής ενός πλοίου, αλλά ολοένα και περισσότερο από την τεχνογνωσία στις επισκευές, τις μετατροπές, τις ενεργειακές αναβαθμίσεις και τις εξειδικευμένες υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. 

Για την Ελλάδα, μία από τις ισχυρότερες ναυτιλιακές δυνάμεις παγκοσμίως, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν μια μοναδική ευκαιρία να μετατρέψει το ισχυρό ναυτιλιακό της αποτύπωμα σε αναπτυξιακό πλεονέκτημα και για τη ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία. 

Η νέα ανάλυση της EY-Parthenon αναδεικνύει ότι, παρά τις σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, υπάρχουν ρεαλιστικές προοπτικές πολλαπλασιασμού των εσόδων και ουσιαστικής ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας των ελληνικών ναυπηγείων, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιταχυνθούν οι επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό.

Η νέα πραγματικότητα 

Όπως τονίζει η ΕΥ στην έρευνα της, η παγκόσμια ναυπηγική βιομηχανία δεν αναπτύσσεται πλέον μέσω της αύξησης του αριθμού των πλοίων, αλλά μέσω της κατασκευής μεγαλύτερων και πιο σύνθετων σκαφών, κυρίως στα bulk carriers και τα containerships. Παράλληλα, η τεχνολογία, η ψηφιοποίηση και οι στόχοι απανθρακοποίησης μεταβάλλουν πλήρως τον τρόπο λειτουργίας των ναυπηγείων.

Η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων επιτρέπει καλύτερο σχεδιασμό, αποτελεσματικότερη διαχείριση έργων και υψηλότερη παραγωγικότητα, ενώ οι νέοι περιβαλλοντικοί κανονισμοί οδηγούν σε μετατροπές πλοίων, ενεργειακές αναβαθμίσεις και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και καυσίμων. Ο ανταγωνισμός δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά στο χαμηλό κόστος εργασίας, αλλά στην τεχνολογική ωριμότητα, την καινοτομία και την ταχύτητα προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιες οι εργασίες των ναυπηγείων αντιστοιχούν στο 53% της συνολικής αξίας ενός πλοίου. Το υπόλοιπο κόστος κατανέμεται στον χάλυβα (14%), στο σύστημα πρόωσης (12%), στα υλικά εξοπλισμού και εγκατάστασης (10%) και σε λοιπά υλικά και αναλώσιμα (11%). Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν ότι η πραγματική αξία της βιομηχανίας βρίσκεται ολοένα και περισσότερο στην τεχνογνωσία και στις εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Η Ελλάδα έχει πλεονεκτήματα, αλλά δεν αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες που έχει

Η ελληνική αγορά διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η γεωγραφική θέση της χώρας, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το ανταγωνιστικό λειτουργικό κόστος και κυρίως η παρουσία του μεγαλύτερου ελληνόκτητου εμπορικού στόλου στον κόσμο δημιουργούν μια ισχυρή βάση ανάπτυξης.

Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των πλεονεκτημάτων παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Η Ελλάδα απορροφά λιγότερο από το 1% του διαθέσιμου όγκου εργασιών συντήρησης πλοίων παγκοσμίως, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπάρχει σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό.

Σήμερα, τα έσοδα της ελληνικής ναυπηγοεπισκευαστικής αγοράς διαμορφώνονται μόλις στα 197 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 0,4% της διεθνούς αγοράς. Σύμφωνα με την ανάλυση της EY-Parthenon, ένα ρεαλιστικό σενάριο ανάπτυξης, με στοχευμένη εστίαση σε συγκεκριμένες κατηγορίες πλοίων και υπηρεσιών, θα μπορούσε να τετραπλασιάσει σχεδόν το ελληνικό αποτύπωμα, αυξάνοντας τη διεθνή διείσδυση στο 1,6% και τα έσοδα στα 759 εκατ. ευρώ.

Τα εμπόδια και οι επόμενες κινήσεις

Παρά τις θετικές προοπτικές, οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές. Η γήρανση του εργατικού δυναμικού, η έλλειψη νέων τεχνιτών και προγραμμάτων επανακατάρτισης, οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, αλλά και η γραφειοκρατία, οι αργές αδειοδοτήσεις και οι σύνθετες κανονιστικές διαδικασίες επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, σύμφωνα με την EY.

Την ίδια στιγμή, οι περιορισμένες υποδομές, το μέγεθος και η χωρητικότητα των δεξαμενών, καθώς και η χαμηλή ψηφιοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, δυσκολεύουν την εξυπηρέτηση των ολοένα μεγαλύτερων και τεχνολογικά πιο απαιτητικών πλοίων.

Επιπλέον, το επιχειρηματικό μοντέλο των ελληνικών ναυπηγείων εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο outsourcing και στην εκτέλεση μεμονωμένων έργων. Παρότι αυτή η πρακτική προσφέρει ευελιξία, περιορίζει την ανάπτυξη εξειδικευμένων δυνατοτήτων, αυξάνει τις πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και δεν επιτρέπει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας και σταθερότερων δομών κόστους.

Η ανάλυση εντοπίζει, παράλληλα, νέες περιοχές ανάπτυξης. Οι στρατηγικές συνεργασίες, ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα, μπορούν να οδηγήσουν τα ελληνικά ναυπηγεία από απλές εργασίες επισκευής του κύτους σε πιο σύνθετα έργα υψηλής τεχνολογίας και μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, η αγορά των πολυτελών σκαφών αναψυχής δημιουργεί νέες δυνατότητες για εξειδικευμένες κατασκευές και υπηρεσίες.

Καθώς ο ευρωπαϊκός στόλος γερνά και οι ανάγκες για επισκευές, μετασκευές και ενεργειακές αναβαθμίσεις αυξάνονται, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια συγκυρία που δύσκολα θα επαναληφθεί. 

Η μετάβαση, όμως, από μια αγορά περιορισμένης διεθνούς παρουσίας σε έναν πραγματικό περιφερειακό ναυπηγοεπισκευαστικό κόμβο δεν θα προκύψει αυτόματα. Θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα της χώρας να επενδύσει σε σύγχρονες υποδομές, ψηφιακό μετασχηματισμό, πράσινες τεχνολογίες και, κυρίως, στο ανθρώπινο κεφάλαιο που θα στηρίξει την επόμενη ημέρα της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας.