Business Know-how

Τεχνητή Νοημοσύνη και προσλήψεις με επίκεντρο τον άνθρωπο: Μια εικόνα για τις ελληνικές επιχειρήσεις

Η ουσία για τις επιχειρήσεις είναι η ικανότητα να χτίσουν εμπιστοσύνη, δεξιότητες και ουσιαστικές εμπειρίες - τόσο για τους εργαζομένους όσο και για τους υποψηφίους.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Τεχνητή Νοημοσύνη και προσλήψεις με επίκεντρο τον άνθρωπο: Μια εικόνα για τις ελληνικές επιχειρήσεις

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον υπόσχεση του μέλλοντος, αλλά καθημερινό εργαλείο στρατηγικής. Για τις ευρωπαϊκές - και κατ’ επέκταση τις ελληνικές - επιχειρήσεις, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν θα επενδύσουν στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά πώς θα το κάνουν με σωστό και μεθοδικό τρόπο - χωρίς να αφήσουν πίσω τους ανθρώπους τους.

Δύο τελευταίες έρευνες - από την Accenture και τον όμιλο ManpowerGroup - φωτίζουν από διαφορετικές πλευρές το ίδιο κρίσιμο ερώτημα. 

Αν μπορεί η τεχνολογική εξέλιξη (που πραγματοποιειται με γοργούς ρυθμούς) να συνυπάρξει με μια αγορά εργασίας που γερνά, δυσκολεύεται να βρει ταλέντο και ζητά περισσότερο νόημα και εμπιστοσύνη.

Η ελληνική πραγματικότητα... και η εικόνα αισιοδοξίας στην Ευρώπη

Στην Γηραιά Ήπερο, οι επιχειρηματικοί ηγέτες μπαίνουν στο 2026 με αυξημένη αισιοδοξία. Η έρευνα Pulse of Change της Accenture δείχνει ότι το 91% των στελεχών προβλέπει ισχυρότερη αύξηση εσόδων στις εγχώριες αγορές, ενώ το 71% αναμένει αύξηση προσλήψεων. Πρόκειται για ένα κλίμα που, αν και δεν αποτυπώνεται πάντα με την ίδια ένταση στην Ελλάδα, δημιουργεί σαφές πλαίσιο πίεσης και ευκαιριών.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η εικόνα αυτή μεταφράζεται σε μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά οι οργανισμοί στη χώρα μας, να μη μείνουν πίσω στην τεχνολογική κούρσα, από την άλλη, να διαχειριστούν μια αγορά εργασίας με έντονες ελλείψεις δεξιοτήτων, δημογραφική γήρανση και αυξανόμενες απαιτήσεις από εργαζόμενους και υποψηφίους. Το γεγονός ότι το 80% των εργοδοτών στην Ελλάδα δηλώνει δυσκολία στην εξεύρεση κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού δείχνει ότι η ανάπτυξη δεν είναι απλώς ζήτημα επενδύσεων, αλλά και ανθρώπινης στρατηγικής.

Τεχνητή νοημοσύνη - από εργαλείο εξοικονόμησης σε μοχλό εσόδων

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι σαφής η αλλαγή που συντελείται. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το 84% των οργανισμών σκοπεύει να αυξήσει τις επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ για το 80% των στελεχών η τεχνητή νοημοσύνη θεωρείται πλέον πιο κρίσιμη για την αύξηση εσόδων παρά για τη μείωση κόστους. Πρόκειται για μια ποιοτική αλλαγή καθώς φαίνεται ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη περνά από το στάδιο του πειραματισμού σε αυτό της επιχειρησιακής ωριμότητας.

Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε μια οικονομία που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις υπηρεσίες, στον τουρισμό, στο εμπόριο και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η αξιοποίηση της μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης παραγωγικότητας και διαφοροποίησης. Όμως, χωρίς επένδυση σε δεξιότητες και χωρίς καθαρή επικοινωνία προς το ανθρώπινο δυναμικό, ο κίνδυνος είναι η τεχνολογία να αντιμετωπιστεί ως απειλή και όχι ως ευκαιρία.

Το χάσμα διοίκησης – εργαζομένων και γιατί αφορά άμεσα την Ελλάδα

Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της έρευνας της Accenture είναι το διευρυνόμενο χάσμα αντίληψης γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ενώ το 84% των ανώτατων στελεχών πιστεύει στη δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης για επιχειρηματικό αντίκτυπο, μόλις το 61% των εργαζομένων συμμερίζεται αυτή την άποψη. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι μόνο το 25% δηλώνει πως χρησιμοποιεί εργαλεία AI με αυτοπεποίθηση.

Στην ελληνική αγορά, όπου η δια βίου μάθηση και η συστηματική επανακατάρτιση παραμένουν ζητούμενα, το χάσμα αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό. Η πεποίθηση του 95% των διοικήσεων ότι το προσωπικό διαθέτει βασική εκπαίδευση στην ΤΝ, την ώρα που μόνο το 46% των εργαζομένων συμφωνεί, δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί η επαφή με την πραγματικότητα της πρώτης γραμμής.

Η εμπειρία του υποψηφίου ως στρατηγικό πλεονέκτημα

Σημειώνεται επίσης πως η έρευνα του ManpowerGroup, εστιάζει σε ένα συχνά υποτιμημένο πεδίο: την εμπειρία του υποψηφίου. Σε παγκόσμιο επίπεδο, λιγότεροι από ένας στους πέντε εργοδότες θεωρούν ότι προσφέρουν εξαιρετικό "candidate experience". Στην Ελλάδα, μόλις το 10% αξιολογεί την εμπειρία των υποψηφίων ως άριστη, ενώ ένα 9% τη χαρακτηρίζει κακή ή ελλιπή.

Σε μια αγορά όπου το 54% των εργοδοτών θεωρεί την προσέλκυση κατάλληλων υποψηφίων τη μεγαλύτερη πρόκληση, η εμπειρία αυτή παύει να είναι θέμα HR και μετατρέπεται σε ζήτημα στρατηγικής. Η αυτοματοποίηση των προσλήψεων, αν και αναγκαία για λόγους αποδοτικότητας, συχνά αφαιρεί το ανθρώπινο στοιχείο, εντείνοντας την αποξένωση και μειώνοντας τη δέσμευση.

Κλαδικές ανισότητες και ελληνικές ιδιαιτερότητες

Παραάλληλα, άξιο αναφοράς είναι πως η εικόνα γύρω από το ΑΙ και τις προσλήψεις διαφοροποιείται έντονα ανά κλάδο. Η Πληροφορική, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, εμφανίζει τις καλύτερες επιδόσεις στην εμπειρία υποψηφίου, με ποσοστά αριστείας γύρω στο 25–26%. 

Αντίθετα, κλάδοι όπως οι Υπηρεσίες Επικοινωνίας, τα Logistics και τα Καταναλωτικά Αγαθά καταγράφουν μονοψήφια ποσοστά.

Αυτές οι αποκλίσεις είναι κρίσιμες για την ελληνική οικονομία, καθώς πολλοί από τους κλάδους με χαμηλή αξιολόγηση είναι ταυτόχρονα και εκείνοι με τις μεγαλύτερες ανάγκες στελέχωσης. Η απουσία candidate-centric πρακτικών λειτουργεί ως φαύλος κύκλος: δυσκολία εύρεσης ταλέντου, αυξημένος χρόνος πρόσληψης, μεγαλύτερη φθορά για τις ομάδες.

 

 

Γήρανση εργατικού δυναμικού: Ένα «αγκάθι» που δεν μπορεί να αγνοηθεί  

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το ζήτημα της γήρανσης του ανθρώπινου δυναμικού. Στην Ελλάδα, το 58% των εργοδοτών δηλώνει ότι η συνταξιοδότηση έμπειρων εργαζομένων επηρεάζει ήδη τις πρακτικές προσλήψεων. Η απώλεια θεσμικής γνώσης, σε συνδυασμό με τη μετάβαση σε νέες τεχνολογίες, δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει είτε ως επιταχυντής του προβλήματος είτε ως μέρος της λύσης. Χωρίς μηχανισμούς μεταφοράς γνώσης και χωρίς mentoring, η τεχνολογία δεν αρκεί για να αναπληρώσει την εμπειρία που χάνεται.

Η ανθρώπινη επαφή ως αντίβαρο στην αυτοματοποίηση

Παρά την τεχνολογική πρόοδο, το 82% των υποψηφίων δηλώνει ότι η δυνατότητα επικοινωνίας με έναν άνθρωπο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης παραμένει εξαιρετικά σημαντική. Το εύρημα αυτό συνοψίζει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το κεντρικό μήνυμα και των δύο ερευνών: η τεχνολογία αποδίδει μόνο όταν υπηρετεί τον άνθρωπο.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, το 2026 δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά από την ικανότητα να χτίσουν εμπιστοσύνη, δεξιότητες και ουσιαστικές εμπειρίες – τόσο για τους εργαζομένους όσο και για τους υποψηφίους.