Αναζητώντας εργασία: Πώς θα ξεχωρίσεις σ' ένα κόσμο που αλλάζει
Η σημερινή αγορά εργασίας διαμορφώνεται από τέσσερις βασικές συνιστώσες
29/04/2026 | 08:00
29/04/2026 | 10:23
Από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης μέχρι τα συστήματα αυτοματοποίησης που εντοπίζονται στις μέρες μας, κάθε νέα τεχνολογία φέρνει ένα κύμα φόβου για απολύσεις και εξαφάνιση των θέσεων εργασίας με τρόπο μαζικό.
Πράγματι, πολλά επαγγέλματα δεν υπάρχουν στις μέρες μας. Η ακόμη οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας και όχι μόνο προχώρησαν σε απολύσεις λόγω AI.
Από την άλλη πλευρά, κάποιοι ισχυρίζονται ότι υπερενθουσιασμός των προηγούμενων ετών γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει και ξεφουσκώνει σήμερα σε ένα βαθμό. Όχι γιατι δεν είναι σημαντικά αυτά που συμβαίνουν, αλλά επειδή ακόμα δεν είναι απολύτως μετρήσιμα τα αποτελέσματα στις διοικήσεις ή ίσως η εφαρμογή του AI για το προσδωκόμενο αποτέλεσμα που θέλουν οι εταιρείες δεν είναι τελικά και τόσο εύκολη στην πράξη.
Και μέσα σε όλους αυτούς τους πρωτόγνωρους ρυθμούς που ο κόσμος της εργασίας αλλάζει οι νέοι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι σίγουρα πιο ανθεκτικοί. Καλύτερα προετοιμασμένοι. Πώς όμως θα τα καταφέρουν τελικά;
Είναι αλήθεια - όπως ειπώθηκε παραπάνω - ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις, κυρίως λόγω της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι μεταβαλλόμενες προσδοκίες των εργαζομένων και οι παγκόσμιες τάσεις αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν οι επιχειρήσεις και τον τρόπο με τον οποίο το ανθρώπινο δυναμικό προετοιμάζεται για το μέλλον. Όπως αναφέρει αναλυτικά σε τελευταίο report η Adecco:
Ο νέος κόσμος της εργασίας - Η σημερινή αγορά εργασίας διαμορφώνεται από τέσσερις βασικές συνιστώσες:
Δεξιότητες - συνεχής ανάγκη για αναβάθμιση και επανεκπαίδευση: Σύμφωνα με την έκθεση Future of Jobs Report 2025 του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, το 63% των εργοδοτών δηλώνει ότι η έλλειψη των κατάλληλων δεξιοτήτων αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη μελλοντική ανάπτυξη και πως το 39% των βασικών δεξιοτήτων που απαιτούνται στην αγορά εργασίας αναμένεται να μετασχηματιστεί1, αναδεικνύοντας την ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση και επανακατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού. Παράλληλα, πρόσφατη έρευνα του Ομίλου Adecco2 αποκαλύπτει ότι μόλις το 37% των εργαζομένων αισθάνεται σίγουρο για το μέλλον (future-ready employees). Κάτι τέτοιο επισημαίνει ότι η συνεχής απόκτηση νέων δεξιοτήτων δεν είναι πλέον προαιρετική· είναι απαραίτητη, προκειμένου οι εργαζόμενοι να παραμείνουν ανταγωνιστικοί.
Έλλειψη ταλέντων: Παρότι αναμένεται να δημιουργηθούν παγκοσμίως 170 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας έως το 20303, ιδιαίτερα σε τομείς της ψηφιακής και ενεργειακής μετάβασης, στην Ελλάδα το 75% των στελεχών HR δυσκολεύεται ήδη να βρει κατάλληλα καταρτισμένους υποψηφίους.
DEI, ESG, ευκαιρίες εξέλιξης και συνολικότερη εργασιακή εμπειρία: Οι εργαζόμενοι προτιμούν να εργάζονται σε εταιρείες με ισχυρή δέσμευση στη βιωσιμότητα και στο ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία και Εταιρική Διακυβέρνηση) και στο DEI (Διαφορετικότητα, Ισότητα και Συμπερίληψη) και αναζητούν εργοδότες με αντίστοιχες σαφείς πολιτικές. Για τη νεότερη γενιά (Gen Z), η βιωσιμότητα, η διαφορετικότητα, η δικαιοσύνη και η συμπερίληψη δεν αποτελούν απλώς επιπλέον παροχές, αλλά συχνά καθοριστικούς παράγοντες στην επιλογή εργοδότη. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υποψήφιοι αξιολογούν όλο και πιο προσεκτικά τις πρωτοβουλίες και την αυθεντικότητα με την οποία ένας οργανισμός ενσωματώνει τις αξίες του στην καθημερινή του λειτουργία. Την ίδια στιγμή, σημαντικό μέρος της κινητικότητας των εργαζομένων συνδέεται με παράγοντες όπως η οργανωσιακή κουλτούρα, το εργασιακό περιβάλλον, οι πολιτικές που υποστηρίζουν την επαγγελματική ανάπτυξη και την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Οι εργαζόμενοι δεν αξιολογούν πλέον τις ευκαιρίες αποκλειστικά με βάση τις απολαβές, αλλά και με κριτήριο την ποιότητα της συνολικής εργασιακής εμπειρίας και τις προοπτικές εξέλιξης.
Μεταβαλλόμενο κανονιστικό πλαίσιο: Καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη, η εξ αποστάσεως εργασία και τα εξελισσόμενα κανονιστικά πλαίσια αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, η εργατική νομοθεσία και οι απαιτήσεις συμμόρφωσης καθίστανται ολοένα και πιο σύνθετες σε διεθνές, ευρωπαϊκό και τοπικό επίπεδο.
Τι αναζητούν οι οργανισμοί - πού πρέπει να επικεντρωθούν οι υποψήφιοι;
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι οργανισμοί που αναζητούν ταλέντα δεν αξιολογούν μόνο την τεχνική κατάρτιση, αλλά και όλους αυτούς τους παράγοντες που προμηνύουν μακροπρόθεσμη επιτυχία και παραμονή στον ίδιο τον οργανισμό, όπως η κριτική σκέψη και η συναισθηματική νοημοσύνη. Σε αυτή τη νέα εποχή της συνεχόμενης αλλαγής, οι εργοδότες αναζητούν μια ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική κατάρτιση, τη διανοητική οξύτητα και τον ανθρώπινο παράγοντα. Αυτό σημαίνει πως αναζητούν στους υποψηφίους:
- Αναλυτική σκέψη - ικανότητα εντοπισμού, αξιολόγησης και σύνθεσης κρίσιμων πληροφοριών, με στόχο την αναγνώριση μοτίβων και την έγκαιρη ανίχνευση αποκλίσεων.
- Ισχυρή ικανότητα επίλυσης προβλημάτων - συνδυασμός γνώσεων και ευρημάτων για την ανάλυση σύνθετων ζητημάτων και τη λήψη αποτελεσματικών, τεκμηριωμένων αποφάσεων.
- Αυτορρύθμιση - συνειδητή διαχείριση της σκέψης και των αποφάσεων, με στόχο τον περιορισμό προκαταλήψεων και τη βελτίωση της κρίσης.
Εξαγωγή συμπερασμάτων - ικανότητα αξιοποίησης και ερμηνείας δεδομένων για τη διαμόρφωση σαφών και τεκμηριωμένων συμπερασμάτων.
Συνολικά, οι δεξιότητες αυτές αποτυπώνουν την ικανότητα ενός υποψηφίου να προσεγγίζει τις προκλήσεις με σαφήνεια σκέψης και να λαμβάνει τεκμηριωμένες και ορθές αποφάσεις. Παράλληλα, οι εργοδότες αποδίδουν αυξανόμενη σημασία στη συναισθηματική νοημοσύνη, δηλαδή στην ικανότητα ενός επαγγελματία να συνεργάζεται αποτελεσματικά, να εμπνέει τους γύρω του και να διατηρεί ισορροπία σε απαιτητικά περιβάλλοντα. Αυτό εκφράζεται μέσα από:
- Ακεραιότητα: η συνέπεια στις δεσμεύσεις και η αξιοπιστία στην πράξη.
- Προσαρμοστικότητα: η αντιμετώπιση της αλλαγής ως ευκαιρίας ανάπτυξης και όχι ως απειλής.
- Αξίες: η λήψη αποφάσεων με βάση το σωστό και όχι απλώς το εύκολο.
- Προετοιμασία για το επόμενο βήμα
Το μεγάλο ερώτημα της εποχής — αν η τεχνολογική και πράσινη μετάβαση θα οδηγήσει σε δημιουργία ή απώλεια θέσεων εργασίας — παραμένει στο επίκεντρο.
Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα συγκλίνουν στο ότι έως το 2030 αναμένεται η δημιουργία εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας, ως αποτέλεσμα της βιωσιμότητας και του ψηφιακού μετασχηματισμού, διευρύνοντας σημαντικά τις ευκαιρίες για όσους είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι.
Σε αυτό το δυναμικά εξελισσόμενο περιβάλλον, το ζητούμενο δεν περιορίζεται πλέον στην εξειδίκευση. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η διαρκής μάθηση, η ανάπτυξη δεξιοτήτων με εφαρμογή σε διαφορετικά επαγγελματικά περιβάλλοντα και η υιοθέτηση μιας ανοιχτής και ευέλικτης στάσης απέναντι στην αλλαγή.
Από την Εκπαίδευση στην Παραγωγή: Το Νέο Στοίχημα των Δεξιοτήτων
Μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων τις προηγούμενες μέρες στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών τέθηκαν ζητήματα όπως η καλύτερη σύζευξη ανάμεσα στην εκπαίδευση, την έρευνα, την καινοτομία και τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Ειδικότερα:
Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κυρία Σοφία Ζαχαράκη αναγνώρισε ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες πρέπει να ξεκινήσει με ειλικρίνεια, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα αλλάζει αργά, ενώ καλείται να ενσωματώσει μεγάλα τεχνολογικά και κοινωνικά trends. «Λειτουργούμε με υποδομές που μας θυμίζουν τα σχολεία που πήγαμε και εμείς ή και οι γονείς μας, ακόμα και οι παππούδες μας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η Υπουργός στάθηκε στο περιεχόμενο σπουδών, στα νέα προγράμματα και στην αλλαγή των σχολικών βιβλίων από το 2027, σημειώνοντας ότι ήδη έχουν αλλάξει τα βιβλία πληροφορικής στο Γυμνάσιο και ότι προχωρά η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, όχι μόνο στα νέα προγράμματα σπουδών, αλλά και στην τεχνητή νοημοσύνη. Αναφέρθηκε επίσης στον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού με διαδραστικούς πίνακες, σετ ρομποτικής και νέα εργαλεία για τη γενική και ειδική εκπαίδευση.
«Πρέπει να μιλάμε με όρους ισότητας», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογική μετάβαση αφορά και τα παιδιά σε ειδικά ή δυσπρόσιτα σχολεία και συνδέεται με την κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή. Η κυρία Ζαχαράκη υπογράμμισε ότι η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να συνδυάζονται με δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η ανθεκτικότητα, η προσαρμοστικότητα, η συνεργασία, η δημιουργικότητα και η επίλυση προβλημάτων. «Θέλουμε να κάνουμε πιο δυνατά παιδιά, ευπροσάρμοστα, ανθεκτικά και να καταλαβαίνουν ότι η νέα συνθήκη είναι η αλλαγή και η κρίση», ανέφερε.
Αναφέρθηκε, επίσης, στη στρατηγική για την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση για την περίοδο 2025-2027, καθώς και στη λειτουργία περιφερειακών και κεντρικών συμβουλίων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε οι αποφάσεις για νέες ειδικότητες και δομές να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και των επιχειρήσεων. Στο πεδίο της επαγγελματικής εκπαίδευσης, σημείωσε ότι έχει καταγραφεί αύξηση 15% στην εγγραφή αποφοίτων Γυμνασίου στα Επαγγελματικά Λύκεια, ενώ αναφέρθηκε και στην αύξηση των πόρων για τη μαθητεία από 85 εκατ. ευρώ σε περίπου 150 εκατ. ευρώ.
Ο κ. Γιώργος Μάργωνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος, στάθηκε στο χάσμα ταχύτητας ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παραγωγή. Όπως σημείωσε «παρατηρείται αναντιστοιχία ρυθμού ανάμεσα στα συστήματα της εκπαίδευσης και της παραγωγικής πραγματικότητας. Τα προγράμματα σπουδών, τα προγράμματα μάθησης στο πανεπιστήμιο εξελίσσονται μέσα στη διάρκεια αρκετών ετών. Όμως, οι αλλαγές, τα ζητούμενα, οι δεξιότητες, οι απαιτήσεις στην εργασία και τις ανάγκες της, αλλάζουν ραγδαία μέσα σε μήνες. Αυτό σε ό,τι αφορά την πλευρά που αγγίζει τα συστήματα της εκπαίδευσης». Αναφερόμενος στην τεχνητή νοημοσύνη, την αυτοματοποίηση, τη ρομποτική, την πράσινη μετάβαση, το δημογραφικό και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, υπογράμμισε ότι οι αλλαγές συντελούνται ταυτόχρονα και με μεγάλη ταχύτητα, τονίζοντας ότι η παραγωγική πραγματικότητα, οι εταιρείες, δεν μπορούν πλέον να είναι παθητικοί αποδέκτες ταλέντων, έτοιμων ταλέντων «plug and play».

Χρειάζεται να συγχρονίσουν το ρυθμό. Να αναλάβουν δράση να εξαλειφθεί η αναντιστοιχία ρυθμού ανάμεσα στα συστήματα της εκπαίδευσης και της παραγωγικής πραγματικότητας.
Παρουσιάζοντας στοιχεία έρευνας, που έτρεξε η MARC για λογαριασμό της Παπαστράτος, ανέφερε ότι σχεδόν το 90% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την εργασία, ενώ σχεδόν οι μισοί θεωρούν ότι οι Έλληνες δεν είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν σε αλλαγές. Παράλληλα, 85% δηλώνει πρόθυμο να εκπαιδευτεί σε νέες τεχνολογίες και περίπου το 70% χρησιμοποιεί ή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει AI tools. «Αυτό εμένα με κάνει αισιόδοξο», σημείωσε, προσθέτοντας όμως ότι η επιχειρηματική κοινότητα πρέπει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο στον συντονισμό και στην προετοιμασία των εργαζομένων.
Σε ό,τι αφορά τις δεξιότητες του μέλλοντος, έδωσε έμφαση στην κριτική σκέψη, στη λήψη αποφάσεων και στην ιεράρχηση της πληροφορίας. Όπως είπε, το AI μπορεί να λειτουργεί ως αναλυτής, αλλά «δεν είναι αυτός που παίρνει την απόφαση». Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα του πώς θα αλλάξει η διαχείριση οργανισμών όταν οι ηγέτες δεν θα καλούνται να διαχειρίζονται μόνο ανθρώπους, αλλά και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, LLMs και agents. Αναφερόμενος στην προσέγγιση της Παπαστράτος, σημείωσε ότι στόχος είναι ο οργανισμός να γίνει AI ready, με έμφαση στην εκπαίδευση των ανθρώπων και στη δημιουργία σιγουριάς απέναντι στα νέα εργαλεία. «Σήμερα στην εταιρεία απαιτούνται ψηφιακές, επιστημονικές και δεξιότητες κατανόησης βιωσιμότητας που δεν υπήρχαν πριν από μία δεκαετία. Και όμως δεν μένει κανείς πίσω. Προσπαθούμε να είμαστε συν-δημιουργοί του μέλλοντος. Συνδιαμορφωτές για να είμαι πιο ακριβής».
Ο Πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κ. Ιωάννης Χατζηγεωργίου υπογράμμισε ότι η έρευνα και η καινοτομία αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την ανάπτυξη των ιδρυμάτων, αλλά κυρίως της χώρας. Αναφερόμενος στη συμβολή της έρευνας στην οικονομία, σημείωσε ότι το ΕΜΠ διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό έρευνας 120 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά, μαζί με χρηματοδοτήσεις από άλλους φορείς, το ποσό φτάνει τα 650 εκατ. ευρώ στην τετραετία. Όπως τόνισε, η συμβολή αυτή είναι άμεση, μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, αλλά και έμμεση, καθώς «μέσω της έρευνας θα δημιουργηθούν καινοτόμες ιδέες, που μπορούν να παράξουν προϊόντα που θα εισαχθούν στην αγορά».
Σε ό,τι αφορά τις δεξιότητες, υπογράμμισε την ευθύνη των πανεπιστημίων να προσφέρουν στους νέους επιστήμονες και ερευνητές τα απαραίτητα εχέγγυα, μέσα από την αλλαγή, την ανάπτυξη και τον εμπλουτισμό των προγραμμάτων σπουδών, αλλά και τη χρήση νέων τεχνολογιών. «Είμαστε ώριμοι να αλληλεπιδράσουμε και να συνεργαστούμε με τις βιομηχανίες», ανέφερε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι διαπιστώνει ακόμη δισταγμό από την πλευρά αρκετών εταιρειών.
Ο κ. Κωνσταντίνος Πουλιάκας, Expert, Skills and Workplaces, Department for VET and Skills του CEDEFOP, ανέδειξε τη σημασία των δεδομένων για την κατανόηση των αναγκών σε δεξιότητες στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. «Όταν μας ρωτούν ποιο είναι το μέλλον των δεξιοτήτων, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας», σημείωσε, εξηγώντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ένα ισχυρό mega trend, αλλά όχι το μόνο. Στάθηκε επίσης στο δημογραφικό, στη γήρανση του πληθυσμού, στα νέα μοντέλα απασχόλησης, στην οικονομία της πλατφόρμας και στο ευρύτερο περιβάλλον κοινωνικοοικονομικών αλλαγών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, σχεδόν 40% των Ευρωπαίων εργαζομένων χρειάστηκε το τελευταίο έτος να μάθει νέες ψηφιακές τεχνολογίες στον χώρο εργασίας, ενώ περίπου τρεις στους δέκα Ευρωπαίους εργαζόμενους χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στα καθήκοντά τους. Για την Ελλάδα, σημείωσε ότι υπάρχει «τεράστιο χάσμα» ανάμεσα στην προσωπική χρήση εργαλείων AI και στην ενσωμάτωσή τους στον εργασιακό χώρο, όπου το ποσοστό χρήσης παραμένει κοντά στο 20%.
Αναφερόμενος στις δεξιότητες που ζητούν περισσότερο οι εργοδότες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έκανε λόγο για τέσσερις βασικές κατηγορίες: ψηφιακές δεξιότητες, ήπιες κοινωνικές δεξιότητες, δεξιότητες διοίκησης και ηγεσίας, καθώς και δεξιότητες αυτοδιαχείρισης. Όπως εξήγησε, οι τελευταίες αφορούν «το να μπορεί ένας άνθρωπος να διαχειρίζεται την ικανότητά του να μαθαίνει διαρκώς και να εξελίσσεται σε επαγγελματικό αλλά κυρίως σε προσωπικό επίπεδο».
Κοινό συμπέρασμα ήταν ότι το μέλλον των δεξιοτήτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά: απαιτεί καλύτερα δεδομένα, ταχύτερη προσαρμογή, συνεργασία εκπαίδευσης και παραγωγής, επένδυση στην πρακτική εμπειρία και μια νέα ισορροπία ανάμεσα στις τεχνολογικές και τις ανθρώπινες δεξιότητες.
Σχολιάστε